Οι βαθύτερες αιτίες της εξέγερσης των παιδιών

Αυτό είναι το σημείο καμπής, όπου η μετανεωτερική κοινωνία, έχοντας φτάσει στο τέλος της, παραδόθηκε αμαχητί στον πειρασμό του ναρκισσισμού, ο οποίος, είναι γνωστό, αναπτύσσεται σε κάθε ιστορικό επίλογο. Καθρεφτίστηκε μελαγχολικά στον εαυτό της και, αυτό κάνοντας, αναγνώρισε την εποποιία των σκουπιδιών -το είναι της. Εκδήλωσε κάποιες τύψεις για τους τόνους των πυρηνικών και χημικών αποβλήτων που άδειαζαν οι εταιρείες στα ποτάμια της Αφρικής και επέβαλε στους ηθοποιούς του Χόλιγουντ την υποχρέωση να υιοθετούν παιδάκια από τις σπαρασσόμενες χώρες της διακεκαυμένης ζώνης· ο Μπραντ Πιτ και η Αντζελίνα Τζολί θέλουν ή έχουν 14 -να τους ζήσουν! Φαγητό, κακά, νάνι, φημισμένα ιδιωτικά σχολεία, τι άλλο να προλάβουν οι δύο στοργικοί γονείς; Ας ελπίσουμε ότι υπάρχουν αρκετοί οικιακοί βοηθοί για να κατεβάζουν τα σκουπίδια.

Ολόκληρη η Δύση ψεκάζει με αποσμητικά. Τα σκουπίδια είναι τώρα γι’ αυτήν το μείζον αντικείμενο αγάπης/μίσους, είναι ο αφρός της, ποθητός και συνάμα πανταχού παρών, διαφιλονικούμενος κι εντούτοις δωρεάν. Η καταναλωτική κοινωνία λειτουργεί λες και η σταθερή ημερήσια παραγωγή σκουπιδιών συνιστά το βασικό της κίνητρο και συνάμα τον μηχανισμό της εθιμοτυπίας της. Παγκοσμιοποίηση ήταν η μετατροπή του πλανήτη σε απορριμματοφόρο, για να μην πούμε και για τα διαστημικά σκουπίδια στη στρατόσφαιρα. Οι Αμερικάνοι πετούν, καθημερινά, στα σκουπίδια δέκα εκατομμύρια αναπτήρες· όμως, στον κόσμο της ολικής αντιστροφής, δηλαδή στον κόσμο μας, αυτό είναι απλός αναχρονισμός: απεναντίας, κακόγουστα σκουπίδια από τιτάνιο και πλατίνα αξίας διακοσίων χιλιάδων δολαρίων φιγουράρουν στις μεταμοντέρνες γκαλερί του Μπέβερλι Χιλς, όπου τη θέση των σκουπιδιών έχουν καταλάβει τα χρήματα, τα τσεκ. Μέχρι και οι βομβαρδισμοί χωρών του Τρίτου Κόσμου, και ακριβώς σε πείσμα του ότι τα υπερόπλα αποτελούν το άνθος της τεχνολογικής ανάπτυξης, σχεδιάζονται σαν γιγάντιας κλίμακας εκκενώσεις απεμπλουτισμένου ουρανίου στις ερήμους και στους βυθούς, ύστατη ανακούφιση της υπερπαραγωγής απ’ το άγχος του πλεονάσματος.

Σ’ αυτή την αντίφαση υπακούει η διφορούμενη στάση μας, καθώς ζούμε παγιδευμένοι στην προϊούσα σύγκλιση περιττού και περιζήτητου, είτε πρόκειται για γνώση, είτε για εμπόρευμα, είτε για τον ίδιο τον χρόνο. Εξάλλου, το ότι αναδύονται αντιφάσεις αναγγέλλει την πιο ευχάριστη απόδειξη του ότι δεν είμαστε θεοί. Αρα, λίγη ταπεινοφροσύνη δεν θα έβλαπτε.

Φέρ’ ειπείν, εν ονόματι εκείνου που ονομάζουν «ανάπτυξη», δρόμοι όλο και πιο άνετοι, όλο και πιο φαρδείς, όλο και πιο σωστά σηματοδοτημένοι, μας οδηγούν σε κάποιον επαρχιακό προορισμό όλο και πιο γρήγορα, και ακόμη πιο γρήγορα, και πιο γρήγορα, και το ζήτημα είναι να πηγαίνεις απ’ την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη σε δέκα λεπτά, μολονότι κανένας δεν μπορεί να αιτιολογήσει την τυφλή, τη μανιακή αφοσίωση στο δόλωμα μιας τέτοιας πανικόβλητης μετακίνησης που τείνει να γίνει ακαριαία. Σκανδαλωδώς αναπάντητο μένει το ελατήριο, το γιατί (νιώθουμε ότι πρέπει) να ταξιδεύουμε όλο και γρηγορότερα, ειδικά τη στιγμή που η ηθική (και οικονομική εδώ που τα λέμε) αξιοπιστία όλων ανεξαιρέτως των εκκρεμουσών υποθέσεων φθίνει. Μπορούμε τουλάχιστον να παρατηρήσουμε ότι η μύχια αντίληψη του τοπίου εκμηδενίζεται: η κάποτε υπέροχη χρωματική ύφανση της υπαίθρου είναι τώρα το απορριμματικό κατάλοιπο της επιτάχυνσης. Με τον ίδιο τρόπο, το στοχαστικό και αισθαντικό τοπίο της γνώσης είναι το κατάλοιπο της υπερταχείας απόκτησης πτυχίων.

Ετσι, ένα σύνθημα όπως το ΖΗΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ παύει να παραπέμπει, έστω νοσταλγικά, σε περιόδους ευφορίας σαν τον παρισινό Μάη και γίνεται κεντρικό, επιθετικό σλόγκαν της Vodafone. Σε αντίθεση με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, οι διαφημιστές καταλαβαίνουν εγκαίρως τι είναι εκείνο που λείπει: η παλιά, πηγαία ζωή της αυθεντικής επικαιρότητας. Ούτε στην παιδεία, ούτε στο ταξίδι, ούτε στην καλλιέργεια της γης αφομοιώνουμε πλέον τη στιγμή, αλλά η στιγμή είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να πεταχτεί στη χοάνη της αχρηστίας το ταχύτερο, να σβηστεί και να ξεχαστεί. Το πένθος της κάθε στιγμής, της κάθε ώρας, της κάθε μέρας, της κάθε χρονιάς, το μετείκασμά της στην επόμενη και στη μεθεπόμενη, αντιμετωπίζεται σαν κάτι το αδιανόητο. Η επερχόμενη στιγμή πρέπει να είναι πάντοτε καινούρια, σαν προϊόν που θα πουληθεί.

Οσο για την Αριστερά, και αναφέρομαι στην Αριστερά που δείχνει επιτέλους να ξέρει από πού έρχονται τα χελιδόνια την άνοιξη, εκείνο που πρωτίστως και με ανυποχώρητο φανατισμό αποφεύγει να θίξει είναι ο φιλοσοφικά συζητήσιμος χαρακτήρας της αμήχανης συναίνεσής της σ’ αυτή την εξέλιξη, διότι η απάντηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ενοχοποιητική: φτάσαμε ώς εδώ ειδικά προσπερνώντας τη στιγμή, σαν ψυχικό αγκυροβόλιο του ανθρώπου και διαγράφοντάς την· τα καταφέραμε πιστεύοντας ότι η ζωή όχι μόνον δεν πρέπει να επιδιώκει την απεριόριστη διαπλάτυνση του αθρόου συμβάντος, τόσο σημαντικού άλλωστε για τη βαθμιαία συνειδησιακή αναπροσαρμογή των παιδιών και των εφήβων, αλλά οφείλει να εξαντλείται στη στρατηγική και στο «ορθολογικό» ξετύλιγμα πενταετών πλάνων, χώρια τα ανδραγαθήματα στην παπαγαλία, που ευφραίνουν τους καθοδηγητές. Η στιγμή της τωρινότητας κρίθηκε άχρηστη, διότι η απόλαυσή της ήταν ψυχικής τάξης. Ηδη το ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ! είχε γίνει πριν από λίγα χρόνια διαφημιστικό σλόγκαν ενός διάσημου αναψυκτικού, όταν έφηβοι-πρότυπα, εκτελώντας δύσκολες φιγούρες πάνω στο σκέιτ, απολάμβαναν τη στιγμή συμμετέχοντας μέσω φαντασιακών εκφορτίσεων αδρεναλίνης στην εκσπερμάτιση των φυσαλίδων του ανθρακικού. Οι διανοούμενοι θεώρησαν αυτή την πλαγίως διοχετευόμενη ενέργεια σπατάλη, την υποτίμησαν: κανείς δεν βρέθηκε να τη συσχετίσει με το αίτημα μιας εξέγερσης ενάντια στη δικτατορία μιας τεχνολογίας που είχε καταστήσει το παρόν ανυπόφορο· σερφάροντας, τα παιδιά κυνηγούσαν τον φωτοστέφανο της στιγμής που αιωνίως διαφεύγει.

Απέναντι σ’ αυτή την υφαρπαγή της αυθεντικότητας της εμπειρίας, η Αριστερά είχε μείνει εξαρχής απαθής, απορροφημένη από τον γρίφο των εσωκομματικών ισορροπιών. Ακόμη σήμερα, συμφωνεί με τους υπόλοιπους, είτε πρόκειται για τα ακαδημαϊκά στελέχη, είτε για τον Μπαράκ Ομπάμα, είτε για τις πολυεθνικές που διαφημίζουν τα προϊόντα τους μ’ έναν υπερθεματισμό της αξίας τού «αύριο», στο ότι επιβάλλεται να στραφούμε αποκλειστικά προς το μέλλον, δίχως αλληλεπίδραση με το εκκρεμές πένθος των βιωμάτων του παρελθόντος, τα οποία ματαίως περιμένουν να τα μετατρέψουμε σε διδάγματα. Και για την Αριστερά, λοιπόν, η θέση του αιτήματος ΖΗΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ είναι ήδη κατειλημμένη απ’ το απατηλό πνεύμα της «επικοινωνίας» αλά Vodafone, με αντιπαροχή το πολυθρύλητο ΚΟΙΤΑΖΩ ΜΠΡΟΣΤΑ και τις συναφείς μετωνυμίες του σημείου φυγής, όπου μετακυλίονται όλες οι υπεσχημένες ανταμοιβές της μελλοντολαγνίας. Αντί να ζήσουμε τη στιγμή, παρατείνοντάς την, αντιληφθήκαμε το ζην ως κάτι το στιγμιαίο.

Κοντολογίς, η εποχή, η γενική τάση, πίεζε να συλλάβουμε το ζην ως την αέναη διαδοχή εκείνου που έπαψε να υφίσταται (παρελθόν) κι εκείνου που δεν έφτασε ακόμη (μέλλον), σαν σε παρωδία του αριστοτελικού ορισμού του παρόντος. Καταλήξαμε, συνεπώς, στο ζωή= μηδέν, όπως ας πούμε στην εκπαίδευση, όπου η ζωή, η πραγματική ζωή που έπρεπε να ρέει ανάμεσα στις ψυχικές μαρμαρυγές των προσώπων μεγεθύνοντάς τες, συγχέεται σκόπιμα με τη ζωή ως συνεσταλμένο λειτουργικό μέγεθος που μελετάται απ’ τη βιολογία: «Η ζωή», γράφει ο Ζακ Τεστάρ, και με το δίκιο του, «είναι ένα θανάσιμο νόσημα που μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή». Μπείτε στο κύτταρο, σύντροφοι. Αυτό θα είναι, στο μέλλον, το στρατηγείο μας. Ηδη οι διασπάσεις των ομάδων θυμίζουν φράκταλ.

Οταν αναφερόμαστε στην αίσθηση του τέλους της Ιστορίας (και όχι βέβαια με την αφελή έννοια που δίνει ο Φουκουγιάμα), εννοούμε αυτή την άμβλυνση της μνήμης των αλληλοδιαδοχικών παρόντων, που έχασαν την τρισδιάστατη υφή τους. Μια παρόμοια άμβλυνση είναι, για τον ψυχισμό των παιδιών, εξουθενωτική. Φωτογραφίζοντας με τα κινητά τους τηλέφωνα το κάθε τετριμμένο στιγμιότυπο, τα παιδιά παύουν να θεωρούν τη στιγμή του παρόντος σαν τον τόπο όπου αίρεται η άρθρωση παρωχημένου/επικείμενου ώστε να επιτραπεί η εμβάθυνση των διαπροσωπικών σχέσεων, και υποχρεώνονται να μεταθέσουν τα συναισθήματά τους είτε στο παρελθόν (στο αρχείο) είτε στο μέλλον (στο ψυγείο), ενώ οι υπαινιγμοί των ταινιών του σινεμά γύρω απ’ την παλιά ρομαντική πίστη ότι «το παρόν διαρκεί όσο ένα ερωτικό φιλί» τους φαίνονται αδιάφοροι ή ευτράπελοι.

Ετσι, απ’ την πλευρά της, με ελάχιστες παραφωνίες, η Αριστερά δυσκολεύεται να καταλάβει ότι, αν τα παιδιά δυσανασχετούν και εξεγείρονται, δεν είναι διότι τους κλέβουν το μέλλον, όπως το θέτει λ.χ. ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά διότι τους κλέβουν το παρόν, τους κατάσχουν την εφηβεία, απομακρύνοντάς τα απ’ το σημείο βρασμού των συμβάντων και αφαιρώντας τους τη δυνατότητα μιας ζωηρής συμμετοχής στον ενεστώτα των συγκινήσεων. Μέχρι και τα σπασικλάκια γκρινιάζουν για την έλλειψη χρόνου. Σχολείο, φροντιστήρια, βίντεο, SMS, Ιντερνετ, ερωτικές σχέσεις, συναισθηματικές διευθετήσεις, αλληλεγγύη, οικογένεια, σπορ, τα πάντα διεκπεραιώνονται μάλλον παρά συμβαίνουν, τα πάντα συνιστούν παράλληλα, ασύνδετα αθροίσματα και όχι διαλεκτικές αλληλουχίες γεγονότων -και μάλιστα διεκπεραιώνονται όλο και ταχύτερα, όλο και πιο ανώδυνα, όλο και πιο άψυχα, δίχως αντήχηση και δίχως σαφή, εντυπωμένα, επιβλητικά αναμνησιακά ίχνη. Περί αυτού πρόκειται: καθώς η ζωή τους γίνεται το βασικό απόβλητο, τα παιδιά πεθαίνουν από πλήξη1.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, ξέρουν, ενστικτωδώς, ότι μια τέτοια πλήξη δεν αποτελούσε συστατικό της δυστυχίας των πατεράδων· οι τελευταίοι μπορεί να πείνασαν ή να στερήθηκαν κοινές απολαύσεις, όμως μετείχαν σ’ ένα φάσμα πραγματικότητας απείρως λιγότερο περιορισμένο. Ωστόσο οι πολυάσχολοι πατεράδες δεν είναι διαθέσιμοι σε αναπολήσεις και αναδρομές· είναι υπερβολικά (αλλά και βολικά) αφοσιωμένοι στο κυνήγι του επιούσιου, ανεξαρτήτως του αν ο επιούσιος συμπίπτει με το νέο μοντέλο της BMW. Το πολύ πολύ να μιλήσουν για το ματς της Κυριακής, όμως είναι ηλίου φαεινότερο ότι το παιδί δεν χρειάζεται τη συντροφιά ενός επιπλέον φίλου αλλά μάλλον έναν πατέρα, δηλαδή κάποιον εν ονόματι της λογικής και ηθικής υπευθυνότητας του οποίου θα μπορέσει να διακρίνει ανάμεσα στα εφήμερα κέρδη ενός δοκιμαζόμενου εγωισμού και στις γλυκύτητες της συμπόνιας, για τις οποίες τόσοι και τόσοι ειρωνεύτηκαν τόσους και τόσους κατά καιρούς -και ο πατέρας αυτός απουσιάζει. Λυπάται κανείς, όμως δεν εκπλήσσεται, στη σκέψη ότι μια τέτοια θεωρία των βαθύτερων αναγκών δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να ‘χε απασχολήσει τον μαρξισμό. Μαρξιστές και θεωρητικοί του φιλελεύθερου καπιταλισμού συμφωνούσαν ανέκαθεν ότι το ζήτημα είναι αποκλειστικά οικονομικής τάξης κι ότι ο άνθρωπος ήταν απλώς ένα πρόσχημα, ένα μέσο, για να κινείται το κεφάλαιο εδώ κι εκεί διαβρώνοντας τον χωροχρόνο των αριθμών και των δανείων. Η ζωή εξοφλείται με δόσεις.

Κτηνοτρόφοι και γονείς που εκτρέφουν παιδιά πρέπει να μοιραστούν τις επιδοτήσεις από το Πλαίσιο Στήριξης.

Οι αγρότες μισούν τις υποσχέσεις και τα παιδιά δεν αντέχουν να ζουν στον μέλλοντα, πόσω μάλλον τον τετελεσμένο, όπως στις δημοσκοπήσεις. Καλλιεργώντας τα σκουπίδια, περιμένοντας τη συγκομιδή, αναρωτούνται, όπως κι εμείς εξάλλου, αν το μέλλον θα χωρέσει τα φορτία του ανακυκλούμενου παρελθόντος· η ανακύκλωση δεν αφήνει πίσω της τίποτα. Το παρόν είναι η χωματερή του μέλλοντος.

Καταργείται άρα και το δικαίωμα στην τεμπελιά και στον ρεμβασμό, που αντιπροσωπεύει την ουσία της παιδικότητας. Το μέλλον είναι το παρόν εν ώρα εργασίας. Απεναντίας, το παρόν εν ώρα αναπαύσεως είναι αληθώς ο εαυτός του, αλλά τέτοιου είδους χαρές έχουν χαθεί απ’ το προσκήνιο. Μιλάω για το παρόν που στοιχειοθετείται ανάμεσα στο «θέλω» και το «δεν έχω», το παρόν της επιθυμίας ως υποκειμενικότητας που καίει. Οι έφηβοι, φέρ’ ειπείν, συνειδητοποιούν τη φρικίαση του παρόντος λίγο πριν απ’ τις εξετάσεις, όταν οι προσταγές τούς επιβάλλουν εμφατικά «να σκεφτούν το μέλλον τους». Ομως δεν έχει σημασία το να χάσεις το λεωφορείο, παίρνεις το επόμενο· δεν έχει σημασία το αν θα σε παρατήσει το κορίτσι σου, βρίσκεις το επόμενο, δεν έχει σημασία το να αποτύχεις σε ένα τεστ, θα περάσεις το επόμενο, όλα παραπέμπουν στην αμέσως επόμενη εκδοχή του εαυτού τους μέσα σε κλίμα επιταχυνόμενης ανταπόκρισης και συνάμα αδιαφορίας. Δεν έχει σημασία κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα στο κινητό, θα λάβεις το επόμενο. Αυτή η απάθεια είναι, ενδεχομένως, κατά ένα μέρος υποκριτική, σαν εξωτερίκευση της αμηχανίας που παράγεται ως ψυχικό κατάλοιπο απ’ την αυτόματη προσαρμογή στο στιλ της εποχής· ίσως πάλι δηλώνει προϊούσα, γνήσια παραίτηση από το ενδιαφέρον των σημασιών, αφού αυτές οι τελευταίες μόνον ενδιαφέρουσες δεν είναι. Οποιος λοιπόν υπερασπίζεται με ειλικρίνεια τα παιδιά, οφείλει να παραδεχθεί πως αυτή η παραίτηση είναι δικαιολογημένη. Δεν μας μιλάνε όχι διότι δεν τους ακούμε αλλά επειδή δεν τους απευθύνουμε καν τον λόγο. «Διάβασες;» «Εφαγες;» Κι εκεί τελειώνει.

(Συνεχίζεται.)

  1. Θυμάμαι τη ζωή στον Ναυτικό Ομιλο της Κέρκυρας στη δεκαετία του ’60, όπου 10 έως 15 παιδιά, σε όλες τις βαθμίδες της εφηβείας, ζούσαμε μια πλήρη, περιπετειώδη ζωή, στις παραλίες, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Με πρόσχημα την ιστιοπλοΐα είχαμε αφήσει τους εαυτούς μας να υιοθετηθούν απ’ την ίδια τη θάλασσα – πρώτοι έρωτες, φιλίες, τσακωμοί, σκασιαρχείο, όλων των ειδών τα παιχνίδια, μάθημα αγγλικών με τους τουρίστες, ακόμη και προσωρινή εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας, όλα περνούσαν από κει, ήταν το θέατρο των συμβάντων. Σε μια επίσκεψη που έκαναν 35 χρόνια αργότερα είδα παιδιά που δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους, να κατεβαίνουν στον όμιλο με το αυτοκίνητο, συνοδευόμενα απ’ τους γονείς τους και κρατώντας ένα σακ βουαγιάζ με την επώνυμη φόρμα, άλλαζαν σιωπηλά ή βαριεστημένα και έκαναν προπόνηση για δύο ώρες, μέχρι να ξανάρθει το αυτοκίνητο και να αποχωρήσουν, με τρόπο εξίσου μοναχικό, για την επόμενη προγραμματισμένη ενασχόληση. Ρώτησα τον Κώστα Πρίφτη, έναν παλαίμαχο φίλο μου, αν υπήρχε εκεί πέρα έρωτας, εννοώντας έρωτας για τη θάλασσα, για τις παρέες, για το καλοκαίρι κ.λπ. Μου απάντησε, το θυμάμαι ακόμη: «Αυτό ξέχνα το!».

 

Ευγένιος Αρανίτσης

Ελευθεροτυπία

 

Please follow and like us:
Facebook
Facebook
Google+
Google+
https://pagoinia.gr/%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%af%ce%b5%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%be%ce%ad%ce%b3%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b7%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b9%cf%8e%ce%bd/
Instagram
Follow by Email

Αφήστε μια απάντηση