Ελληνικός κόσμος και Ρωμηοσύνη. Μνήμη και συνέχεια

0
21
  1. Αντί προλόγου

 

Η μεταφορά της πρωτεύουσας της  Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Μέγα Κωνσταντίνο και η δημιουργία της   Νέας Ρώμης, της  Κωνσταντινούπολης, σηματοδοτεί μία ιστορική στιγμή για την ανθρωπότητα και τον ελληνικό- ρωμαϊκό- χριστιανικό κόσμο.

Μνημεία, εικόνες, θεσμικές εκφράσεις, ηγεσία και λαός, είναι ταυτισμένα με την Πόλη των πόλεων.  Εκεί είναι το κέντρο, εκεί και  η ελπίδα, εκεί  ο προορισμός «εις την Πόλην», εκεί αργότερα και ο στόχος εξαφάνισης μίας ιστορικής πορείας και ενός λαού, με συνέχεια και μνήμη. Για αυτό και η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η Ρωμανία έγινε «Βυζαντινή κρατική δομή μηχανορραφιών και δολοπλοκιών», και οι Ρωμηοί- Έλληνες, Γραικοί και Βυζαντινοί και η ασυνέχεια, επίσημη προπαγάνδα.

 

  1. Η μνήμη ως μέσο συνέχειας. Από την αρχαία Ελλάδα στη Ρωμανία

 

Από τα πιο σημαντικά, ίσως, πνευματικά ζητήματα που ανέδειξε η ανθρώπινη σκέψη ήταν και παραμένει η μνήμη. Η μνήμη ως πραγματικότητα, ως σύνδεση με τους προγόνους, ως συγκρότηση βίου και ύπαρξης, ως οδηγός και συμπαραστάτης ιστορικής πορείας, αλλά και ως στόχος εξαφάνισής της.  Όπως έγραφε ο  Όργουελ «όποιος ελέγχει το παρόν,  ελέγχει το παρελθόν, όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει το μέλλον».  Για τους Έλληνες η μνήμη αποτέλεσε στοιχείο διαφοροποίησης, ετερότητας και  ιδιοπροσωπείας που συγκρότησε τον πολιτισμό, το λόγο αντίστασης και αναζήτησης της ελευθερίας.

Από τις Μούσες και τη Μνημοσύνη, μέχρι τα Ομηρικά έπη,  τις Θερμοπύλες και το Θουκυδίδη, το κείμεθα, οι πρόγονοι και οι τάφοι, τα μνημεία, η υστεροφημία, η μνήμη πρωταγωνιστεί.

Παντού στον κόσμο της αρχαίας Ελλάδας κατορθώματα και επιτεύγματα, αποτέλεσαν δείγματα του περάσματος του ανθρώπου από αυτόν τον κόσμο και αρκετές φορές συνοδεύονται με υλικά σημεία, τα μνημεία. Ο χριστιανικός κόσμος  της Ρωμανίας έδωσε και αυτός ιδιαίτερη αξία στη μνήμη, τονίζοντάς την ως ένα από  τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συγκροτούν το πρόσωπο. Το «μνημόσυνο» είναι κυρίαρχο μέρος του κόσμου της χριστιανικής παράδοσης, τόσο για το θείο, όσο και για το ανθρώπινο.

Με την έννοια της μνήμης ταυτίστηκε η θεσμική έκφραση, η (ανατολική) Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, το «Βυζάντιο». Άνθρωποι, εκφράσεις, αυτοκρατορικού και μη βίου, θεσμοί, συνδέονται με χθες και με το μετά, την ανάμνηση των επόμενων γενεών και κάθε λόγος και πράξη, αναφέρεται στην υπεράσπιση των επιτευγμάτων, των αξιών, των «πατροπαράδοτων». Οι αγώνες έναντι κάθε εισβολέα, αφορούν το πριν και το θάρρος και ο ηρωισμός πηγάζουν από την ανάγκη διατήρησης των όσων παραδόθηκαν από τις προηγούμενες γενιές.

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να παραδοθεί ούτε μία εστία, ούτε γη και ύδωρ, ούτε μία εκκλησία, τίποτα λιγότερο από όσα παρελήφθησαν. Η  κοινή μνήμη ήταν αυτή που καθοδηγούσε.  Τα ακριτικά τραγούδια και το έπος του Διγενή Ακρίτα είναι ένα  χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Όταν αποφασίστηκε να καθιερωθεί και επισήμως η ελληνική γλώσσα  τον 6ο αιώνα, η απόφαση υλοποιήθηκε ως αναγνώριση μιας υφιστάμενης πραγματικότητας και ήταν πράξη   για να μείνει ενωμένη η αυτοκρατορία. Έπρεπε το κράτος να ασπαστεί τη γλώσσα της πλειοψηφίας, που  στον εκκλησιαστικό και στον εμπορικό κόσμο, ήταν η  ελληνική, ενώ  η υιοθέτηση  ελληνικών παραδόσεων έδρασε συνεκτικά για τη Ρωμανία. Ο  Ηράκλειος υιοθέτησε τον τίτλο του βασιλέως, αντί του λατινικού imperator και έκοψε νομίσματα με την  επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ». Όπως γράφει ο Obolensky το ελληνικό στοιχείο υπολογιζόταν όχι μόνον ως ενοποιό, αλλά και ιστορικά-πολιτισμικά σημαντικό, αφού οι πόλεμοι εναντίον των Περσών ήταν νέα Σαλαμίνα και ο νέος Μαραθώνας. Ενώ ο Runciman συμπληρώνει ότι οι Βυζαντινοί, συγκεντρωμένοι στα ιστορικά ελληνικά εδάφη, αισθάνονταν και γεωγραφικά Έλληνες και αποδέχονταν ότι και φυλετικά ήταν Έλληνες, ενώ η άρχουσα τάξη μελετούσε αρχαία ελληνικά και Έλληνες φιλοσόφους.

Η μουσική  στη Ρωμανία είναι ελληνική,  οι αρχαίες μουσικές κλίμακες, οι “τρόποι”, είναι πανομοιότυποι με τις βυζαντινές, τους “ήχους”: ο Δώριος τρόπος μετονομάσθηκε τέταρτος Ήχος, ο Λύδιος τρόπος δεύτερος ήχος, ο Φρύγιος τρίτος ήχος, κ.λ.π.).

Η ζωγραφική  είναι ελληνικής προέλευσης, ένα δείγμα της φαίνεται στα μωσαϊκά του Μεγάλου Παλατιού στην Κωνσταντινούπολη, όπως και η   γλυπτική (π.χ  τα τέσσερα άλογα στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, που άλλοτε κοσμούσαν τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης).

Στη Ρωμανία ο  λαός –όπως και οι κληρικοί και οι κοσμικοί – μιλούσε συνεχώς ελληνικά, τα οποία γνώριζε και μελετούσε, ο μόνος λαός που μάθαινε γραφή κι ανάγνωση μέσα από τα αρχαία κείμενα. Στο δεύτερο κύκλο σπουδών,  το σημερινό Γυμνάσιο και Λύκειο, το πρόγραμμα ήταν παρόμοιο με εκείνο των αρχαίων χρόνων και χωριζόταν σε δύο κύκλους. Στον πρώτο περιλαμβάνονταν η γραμματική, η ρητορική και η φιλοσοφία – η τριτύς των μαθημάτων- ενώ στον δεύτερο η αριθμητική, η μουσική, η γεωμετρία και η αστρονομία: η τετρακτύς.

Στα φιλολογικά μαθήματα περιλαμβάνονταν  η μελέτη αρχαίων τραγωδιών, κωμωδίες του Αριστοφάνη, αποσπάσματα από τον Ησίοδο, τον Πίνδαρο, τον Θεόκριτο, διάλογοι του Λουκιανού, λόγοι του Δημοσθένη και του Ισοκράτη, διάλογοι του Πλάτωνα, κείμενα του Ξενοφώντα και άλλων. Ο Όμηρος αναφέρεται ως “ο Ποιητής”, δίχως καμιά άλλη επεξήγηση, αφού όλοι τον ήξεραν. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, ήταν ένα βασικό «αναγνωστικό».

Οι ιστορίες με τις οποίες οι Βυζαντινοί ψυχαγωγούνταν και διασκέδαζαν ήταν από την αρχαιότητα, σχετικές με το Μέγα Αλέξανδρο, αποσπάσματα από την μυθολογία και με  αρχαίες τραγωδίες και δράματα, όπως βεβαιώνει ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης τον 12ο αιώνα.

Μετά την  πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης  στα 1204, οι Έλληνες όπως τους ονομάζει ο Βατάτζης δεν πρέπει να ξεχάσουν. Στην εποχή αυτή που ο αντίπαλος ήταν επίσης χριστιανός, έπρεπε να βρεθεί μία νέα παράμετρος για τη αυτοσυνείδηση. Έτσι, το αίσθημα υπεροχής των Βυζαντινών έναντι των Δυτικών, που οφειλόταν στην πολιτική τους θεωρία και στις πολιτιστικές αξίες της  αρχαίας Ελλάδας που εξασφάλιζαν την υπεροχή της Ρωμανίας, έκανε αισθητή την παρουσία του.

Παρά το μεγάλο χτύπημα, τη λεηλασία, τη μεταφορά γραπτών και μη  μνημείων στη Δύση, ο Άγιος Μάρκος στη Βενετία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα,   η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης  το 1261  γίνεται πράξη. Γιατί υπάρχει γνώση της συνέχειας της αντίστασης. Σ΄ αυτό έχει μεγάλη συμβολή η μνήμη των Ελλήνων και το όνομα που φέρουν. Αρκεί η ανάγνωση της επιστολής που γράφει προς τον Πάπα Γρηγόριο Θ΄ ο Άγιος Ιωάννης ο Βατάτζης όπου αναφέρεται ότι «ο Μέγας Κωνσταντίνος παραχώρησε τη βασιλεία των Ρωμαίων στο γένος των Ελλήνων».

Όπως σημειώνει ο Γουναρίδης, η  συνύπαρξη του Έλλην και του Ρωμαίος, φαίνεται στο συμπέρασμα που καταγράφει ο Μανουήλ Χρυσολωράς (13501415), ότι δηλαδή η Κωνσταντινούπολη είναι το δημιούργημα των δύο φρονιμότερων και δυνατότερων εθνών, των Ρωμαίων που τότε κυριαρχούσαν στην Οικουμένη και των Ελλήνων που είχαν κυριαρχήσει προηγουμένως

Παρά τον ακρωτηριασμό που έχει υποστεί η αυτοκρατορία και το σοκ που έχει υποστεί ο λαός, ακόμη και την ύστατη ώρα, η μνήμη  της συνέχειας καθοδηγεί. Ο Κωνσταντίνος  ΙΑ΄Παλαιολόγος  και οι συναγωνιστές του αγωνίζονται και πέφτουν μέχρις εσχάτων, θυμίζοντας παλαιότερες και προμηνύοντας επόμενες στιγμές της αντιστασιακής ιστορίας των Ελλήνων: «Υπέρ βωμών και εστιών», «απὸ πατρίδα καὶ γονιοὺς γλυκότερο δὲν ἔχει τίποτ’ ὁ ἄνθρωπος» του Ομήρου, τα «τέσσερα πράγματα (για τα οποία) έχουμε κοινή υποχρέωση όλοι να προτιμήσουμε να πεθάνουμε παρά να ζούμε πρώτα για την πίστη και την ευσέβειά μας, δεύτερο για την πατρίδα, τρίτο για τον βασιλιά που έλαβε την εξουσία με χρίσμα και τέταρτο για συγγενείς και φίλους» του Παλαιολόγου,  «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος» του Αλέξανδρου  Υψηλάντη, «η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία είναι το παν…» του Μακρυγιάννη.  Όσοι επιβιώνουν διασώζουν τα γραπτά μνημεία της συνέχειας της ελληνικής ύπαρξης.  Όσα βεβαίως  δεν έχουν λεηλατηθεί, ή βιασθεί, ή τεμαχισθεί, ή καταστραφεί από  αλλογενή και αλλόθρησκα στρατεύματα. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Σωκράτης, οι Πατέρες, μεταφέρονται στις παρά τω Δούναβη χώρες- ηγεμονίες, στο Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, όπως τις ονομάζει ο  Γιόργκα, και στη Δύση. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το έργο του Γκοτζόλι  στο παλάτι των Μεδίκων στη Φλωρεντία όπου απεικονίζεται η φυγή των βιβλίων από την Ελλάδα και η Μαρκιανή βιβλιοθήκη στη Βενετία, όπου φυλάσσονται οι Έλληνες κλασσικοί.    Εκεί διασώζεται η ελληνική μνήμη και παρά την προπαγάνδα για Γραικούς και Βυζαντινούς, παρά την προσπάθεια οικειοποίησης της κληρονομιάς της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας,  η ελληνικότητα, το Ρωμαίικο επιβιώνει.

 

  1. Ελληνισμός, Ρωμανία, σήμερα και αύριο

Η συνέχεια για το λαό μας, πέραν των αρνητών και προπαγανδιστών, είναι αυτονόητη.  Το νήμα είναι ένα: από την αρχαία Αθήνα μέχρι τους Πατέρες της Εκκλησίας και την παιδεία της Ρωμανίας, από το Μέγα Κωνσταντίνο και το Νικηφόρο Φωκά μέχρι το Βατάτζη,   τους Κομνηνούς και τον Κωνσταντίνο  Παλαιολόγο, από το Άγιο Ευγένιο   και τον Άγιο Θεόδωρο Γαβρά μέχρι τους νεομάρτυρες της πίστης και της πατρίδας,  από τους Σπαρτιάτες, τη Σαλαμίνα και το Μαραθώνα, μέχρι   τους επαναστάτες του ‘ 21,  τους Μακεδονομάχους,   τους Πόντιους  αντάρτες , τους στρατιώτες  στα Βορειοηπειρωτικά βουνά και τους Κύπριους τη δεκαετία του 1950.

Ίσως αυτή η βιωματική γνώση της συνέχειας είναι η σανίδα σωτηρίας μπροστά στις Συμπληγάδες,  στη Χάρυβδη και τη Σκύλλα της  εξαφάνισης που μας απειλεί.  Στην πορεία του το Ρωμαίικο,  η μνήμη συνέχειας, είναι συν Θεώ, η μοναδική μας ελπίδα. Εκεί κρίνεται το μέλλον μας ως  ανθρώπων, ως Ελλήνων, ελεύθερων, αυθύπαρκτων, αυτεξούσιων υποκειμένων  και όχι δούλων και ραγιάδων.

 

Θεοφάνη Μαλκίδη

Δρ. Κοινωνικών Επιστημών

Please follow and like us:
Facebook
Facebook
Google+
Google+
https://pagoinia.gr/%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82-%ce%ba%cf%8c%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%b7%ce%bf%cf%83%cf%8d%ce%bd%ce%b7-%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b7/
Instagram
Follow by Email