Θαλασσινή ιστορία

0
40

Ήταν μία φορά κι έναν καιρό, ένα καράβι που το έλεγαν «Οικογένεια». Νέο σκαρί, αταξίδευτο, μόλις βγαλμένο από ένα μεγάλο ναυπηγείο, την «Εκκλησία», ετοιμάστηκε να σηκώσει άγκυρα για το πρώτο του ταξίδι στο αρχιπέλαγος της «Ζωής».

Ο καπετάνιος κι η καπετάνισσα, δυό άνθρωποι άγνωστοι μέχρι χθες, άφησαν πίσω τα δικά τους καράβια, αυτά στα οποία γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, πιάστηκαν χέρι, χέρι κι αποφάσισαν να ταξιδέψουν μαζί, σ’ αυτό το νέο καράβι. Τι μυστήριο ανεξήγητο κι αυτό! «Το μυστήριον τούτο μέγα εστι…αντί τούτου καταλήψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και τη μητέρα και προσκολληθήσεται προς τη γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μία…».

Δύο ξένοι που γίνονται ένα σώμα, δυο δέντρα από ξεχωριστές ρίζες που σμίγουν σε κοινό κορμό, για να δώσουν μαζί κλαδιά, λουλούδια και καρπούς. Μία ένωση ανεξήγητη, που μόνο μέσα από την ανεξάντλητη αγάπη του Ουράνιου Πατέρα, μπορεί να συλληφθεί και να τελεσφορήσει.

Ο καπετάνιος κι η καπετάνισσα ένα σώμα, μία ψυχή κι ο καθένας τον ρόλο του μέσα στο νιο καράβι. Εκείνος στο τιμόνι, με ψυχραιμία και τόλμη, ανοίγεται στο πέλαγος. Έχει πυξίδα την πίστη, και στο ψηλό κατάρτι «βιγλάτορα» τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον πανάγαθο Θεό. Κι επειδή τα δικά του αυτιά ώρες ώρες σκοτίζονται απ’ τον μανιασμένο άνεμο και χάνουν την επαφή με το ψηλό κατάρτι, έχει πάντα δίπλα του τον άγρυπνο ασυρματιστή του, τον αγαθό παππούλη, τον «Πνευματικό τους», για να του μεταφέρει σωστά τις οδηγίες και τα παραγγέλματα του Θεού στην πορεία της πλεύσης τους. Αυτόν ακούει προσεκτικά και η καπετάνισσα, που με μαεστρία τεντώνει κι αφήνει τα σχοινιά στρέφοντας τα πανιά του καραβιού στη σωστή στράτα. Και παράλληλα, συντονίζει τις κινήσεις της αρμονικά με τον καπετάνιο της ζωής της, αφουγκράζεται τους κτύπους της καρδιάς του, βλέπει μέσα στα μάτια του ολάνοιχτούς τους χάρτες του μυαλού του, τρέχει δίπλα του στην πρώτη σταλαγματιά του ιδρώτα, αγκαλιάζει σφικτά την κάθε του αγωνία, σβήνει με τη δροσιά της αγάπης, το καμίνι της ταραχής του.

Μα κι όταν της καπετάνισσας τα μάτια βουρκώνουν, όταν τα φυλλοκάρδια της ταράζονται από τη μανία της θάλασσας, όταν τ’ αστραπόβροντα θαμπώνουν και θολώνουν τον ορίζοντά της, έχει τα δικά του μπράτσα να στηριχτεί, τη δική του αγκαλιά να χωθεί σαν το πλοίο στ’ απάνεμο αραξοβόλι.

Κι όταν ο ήλιος αποσταμένος απ’ το ταξίδι της μέρας, βουτά να δροσιστεί στη θαλασσιά απεραντοσύνη, κι αφήνει τ’ αστέρια να διαφεντέψουν για λίγο στον ουρανό, τότε κι οι δυό τους ανοίγουν τα χέρια κι αποθέτουν τον κάματο της μέρας στα πόδια του Δημιουργού. Λαφρώνουν μέσα απ’ την κοινή προσευχή τις καρδιές τους κι ενωμένες τις προσφέρουν ως θυμίαμα στον ουράνιο θρόνο Του. Μοσχοβολά η «κατ’ οίκον εκκλησία», την ευωδία της αγνής τους αγάπης και λαμπρύνεται αναβαπτιζόμενη στις ακτίνες του Ακτίστου Φωτός. Κάθονται τότε, στα κατάρτια οι άγγελοι και στην πλώρη θρονιάζει η Παναγία, να ταξιδέψουν το καράβι μέσα στη νύχτα, να ξαποστάσουν λιγάκι ο καπετάνιος κι η καπετάνισσα, να πάρουν δυνάμεις για το επόμενο πρωί…

Το φεγγοβόλημα κάποιας μέρας, βρίσκει στο καράβι τους κι ένα ναυτάκι. Τον πρώτο καρπό της αγάπης τους και του απείρου ελέους του Πανάγαθου Θεού. «Δος αυτοίς καρπόν κοιλίας, καλιτεκνίαν…». Το αγκαλιάζουν κι οι δυό τους με προσευχή, το προστατεύουν σαν πολύτιμο δώρο, το ανατρέφουν μ’  αγάπη και σύνεση. Τα πρώτα ακούσματά του, δοξολογία στον Ουράνιο πατέρα. Οι πρώτες εικόνες του, η μορφή της Παναγίας Μητέρας με το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά και του Αγίου του, που κρέμονται πάνω από την κούνια του. Τα χεράκια του πριν μάθουν να κρατούν το μολύβι, μαθαίνουν να σχηματίζουν το σημείο του σταυρού…

Τα ναυτάκια πληθαίνουν στο καράβι «ως νεόφυτα ελαιών», πληθαίνει κι η χαρά του καπετάνιου και της καπετάνισσας, που ’χει ζωστεί την ποδιά της υπομονής και της προσευχής κι ακούραστα μοιράζει την αγάπη της, ως άρτον «αεί εσθιόμενον και μηδέποτε δαπανώμενον», στο τραπέζι της οικογένειας. Κι ο καπετάνιος είναι πάντα στο πλευρό της. Άλλοτε μόνο με τον νου και την καρδιά, αφού το καλό όλων τον θέλει ορθό στο τιμόνι του καραβιού, να τ’ οδηγεί στη σωστή ρότα, μέσ’ από μπουνάτσες και καταιγίδες, μέσ’ από συμπληγάδες και σειρήνες. Πάντα όμως ξεκλέβει χρόνο, να καθίσει δίπλα στην καπετάνισσα, να χορέψει στα γόνατά του τα μικρά ναυτάκια, να τους διηγηθεί ιστορίες, αλατισμένες με την αλμύρα της θάλασσας και δροσισμένες με τη δροσιά του μπάτη. Να τους μιλήσει για τον πραγματικό κυβερνήτη του καραβιού τους και να τους μάθει πώς να μιλούν κι αυτά σ’ Αυτόν.

Μα πάνω απ’ όλα, βρίσκει χρόνο να γονατίσει μαζί τους και να υψώσουν τα χέρια και τις καρδιές στον Θεό Πατέρα, ν’ αφεθούν στη γλυκιά αγκαλιά της Παναγιάς μητέρας, ν’ ατενίσουν στα κατάρτια τους ψηλά τις μορφές των αγίων τους, αυτών που αδιάλειπτα τους σκέπουν με τις πρεσβείες τους.

Έτσι ταξιδεύει το καράβι μας στα πέλαγα της ζωής. Δεν είναι πια το νιόβγαλτο γυαλιστερό σκαρί, που ξεκινούσε μία μέρα το ταξίδι του. Έχει περάσει αντάρες και σκοπέλους που άφησαν πάνω του λαβωματιές μα γέμισαν τ’ αμπάρια του με πείρα και σοφία. Τα κατάρτια ραγίσαν κάποιες φορές, τα σχοινιά σπάσαν προς στιγμή, όμως μαζί ενωμένα, τέσσερα χέρια στην αρχή, κι έπειτα έξι κι οκτώ και δεκατέσσερα, με μία καρδιά, με μία πνοή, μ’ αγάπη πίστη και προσευχή, κατάφεραν κι επούλωσαν τις πληγές. «Όπου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εν τω ονόματί μου…» Ναι, είναι πάντα εκεί, μαζί τους ο Θεός. Καθημερινά Τον καλημερίζουν, Τον προσκαλούν στο κοινό τους τραπέζι, Τον καληνυχτίζουν, πριν παραδοθούν στην παρηγοριά του ύπνου.

Αληθινά, είναι ένα καράβι η οικογένεια…

Είναι μία θάλασσα η ζωή…

Θάλασσα με γαλήνη και γλυκιά νηνεμία, αλλά και φουρτούνα κι αντάρα και ταραχή…

Είναι ένα λιμάνι η εκκλησία…

Λιμάνι που προβάλλει σιμά σε κάθε θαλασσοταραχή, να προστατέψει, να επουλώσει, να ανεφοδιάσει το κάθε καράβι, τον κάθε καπετάνιο ή καπετάνισσα, τον κάθε ναύτη, τον καθένα που συνειδητά θ’ αναζητήσει τη θαλπωρή, στην αγαπητική του νηνεμία.

 

Χρυσάνθης Κούκου

Ιατρού-Πρεσβυτέρας

Please follow and like us:
Facebook
Facebook
Google+
Google+
https://pagoinia.gr/%ce%b8%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1/
Instagram
Follow by Email