Η επάνοδος των ελληνορθόδοξων ιδεωδών στην πατρώα γη

Παναγιώτη Ζηρίνη

Γεωπόνου

Ό,τιδήποτε πράττομεν πνευματικώς και υλικώς, ως μονάδες και ως σύνολο, όλα καταλήγουν και αφομοιώνονται πλήρως από την Πατρίδα μας. Μέρος αυτής είναι κάθε δραστηριότητά μας, κάθε έργο μας. Ανά τους αιώνες του βίου της Πατρίδος μας, το μεγαλείο ή η εξασθένησή της εξαρτώνται αποκλειστικά από τις πράξεις της αντίστοιχης γενεάς Ελλήνων. Τάξη πολιτών βασική και αρρήκτως συναρμοζομένη με την ύπαρξη και την ιστορική «διαιώνιση» του Έθνους, είναι οι συμπολίτες μας που κατοικούν στις κοινότητες και στα χωριά της υπαίθρου, οι γεωργοκτηνοτρόφοι μας, οι καλλιεργητές της πατρώας Ελληνικής γης. Οι άξιοι πρόμαχοι της εργασίας και οι ακρίτες μας, οι οποίοι κρατούν ζωντανή την αφθάστου ωραιότητος και σπουδαιότητος Ελληνική παραδοσιακή αγροτική οικονομία και ζωή. Η αξία ευρίσκεται κυρίως στην οικιακή αγροτική οικονομία αλλά και στην αντίστοιχη αγροτική βιοτεχνία και βιομηχανία. Και αναφέρομαι στο πιο αυθεντικό αλλά ταυτοχρόνως και πιο «αποδεκατισμένο» μέρος του λαού της χώρας. Πραγματικότητα που τείνει να αποτελέση, μέσω της συντελουμένης εν συνόλω και επί σχεδίω «γενοκτονίας» μας, την πρώτη πανιστορικώς αφελλήνιση των αρχεγόνων προγονικών κοιτίδων. Διότι αυτοί δίδουν την σάρκα και το αίμα στην χώρα μας όχι μόνο με τα παραχθέντα του κόπου τους χοϊκά γεωργικά προϊόντα. Κυριώτερα διότι με την αγάπη τους και την ταύτισή τους με την πανέμορφη Ελληνική επαρχία εμφυσούν πνοή ψυχής στην Ελλάδα μέσα από το υπάρχειν και το είναι τους, καταβάλλοντας ως αντίτιμο γι’ αυτό ολόκληρη την ζωή τους. Ακούραστοι στην υπέρ της ελευθερίας και προόδου της Ελλάδος αέναη και ανιδιοτελή θυσία τους, και ας στέκονται απέναντί τους «στρατιές μήδων, φραγκολατίνων και τούρκων» οι δυσκολίες και τα προβλήματα. Αποφασισμένοι ως ήρωες όποτε και εάν τους καλέσει για το σκοπό αυτό η Μητέρα των μητέρων τους, από γενεάς εις γενεάν. Ο αξεπέραστος ιστορικός Ξενοφών αναφέρει εναργέστατα, Οικονομικός V, 7,8,17 : «Παρορμά δε κατά τι και η γη τους γεωργούς εις το να υπερασπίζουν την χώραν με τα όπλα, διότι παράγει τους καρπούς εν υπαίθρω, τους οποίους ο ισχυρότερος λαμβάνει. Και εις το τρέξιμον δε και εις το ρίψιμον του ακοντίου και εις το πήδημα ποία τέχνη καθιστά τους ανθρώπους ικανωτέρους παρά η γεωργία; Ποία δε τέχνη ανταποδίδει περισσότερα της γεωργίας εις τους εργαζομένους αυτήν; Ποία δε υποδέχεται ευχαριστότερον τον επιμελούμενον αυτής προσφέρουσα εις τον προσερχόμενον να λάβη ό,τι χρειάζεται;… Καλώς δε είπε και εκείνος, ός έφη την γεωργίαν των άλλων τεχνών μητέρα και τροφόν είναι. Διότι, όπου η γεωργία ακμάζει, εκεί και αι άλλαι τέχναι ακμάζουν, όπου δε αναγκάζεται η γή να είναι χέρσος, καταστρέφονται και αι άλλαι τέχναι σχεδόν και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν». Είναι, δηλαδή, μείζονος και κρίσιμης σημασίας η Ελληνική γεωργία και οι άνθρωποί της που αφιερώνονται με όλες τους τις δυνάμεις και ταυτίζονται με αυτήν, τόσο για την επιβίωση και όσο και για την ευτυχή ανάπτυξη του Ελληνικού Έθνους. Διά να δυνηθή όμως η γεωργία να εκπληροί όλους τους σκοπούς της και να εκτυλίσσει τέλεια τις δυνατότητές της, πρέπει να διατηρεί απολύτως αμόλυντα και απαλινδρόμητα τον χαρακτήρα της Ελληνικής Παραδόσεως. Όπως θα λέγαμε σήμερα, γεωπονιστί, να φέρει «προστασία της ονομασίας προελεύσεώς της και της αντιστοίχου γεωγραφικής περιοχής της». Εύλογο ακούγεται το λεχθέν, ότι για να επιτύχωμεν τον ιερό αυτό σκοπό, είναι απαραίτητον όπως ο αριθμός των γεωργών μας αυξηθή, αλλά με μοναδικό «κυβερνήτη» το κριτήριο της ποιότητος της προσωπικότητος του γεωργού. Ολοθύμως πιστεύω ότι εκεί θα φθάσωμεν εάν και μόνον εάν χρησιμοποιούμε, αποκλειστικώς και με υπέρμετρο ζήλο, την μέθοδο της ελληνορθοδόξου παιδαγωγίας. Εδώ τείνομεν ευήκοα ώτα, με ευλάβεια, στο Πλουτάρχειον ρητόν από το «περί παίδων αγωγής» : «Παιδεία δε των εν υμίν μόνον εστίν αθάνατον και θείον». Τούτο το πιστεύω μου, χαιρετών γονατιστός την σημαία του ελληνορθοδόξου πολιτισμού, προσπαθώ να αποτυπώσω μέσα στο κείμενο αυτό. Αυτή η μόνη αθάνατη και θεία παιδεία προέρχεται και «αναβλύζει», σε πείσμα όλων των αντιρρήσεων και αιρέσεων του επιγείου τούτου κόσμου, από την πίστη η οποία διδάσκεται υπό της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας του Χριστού. Μόνο αύτη η πίστις εμπεριέχει το αδιαμφισβήτητο προνόμιο της γενέσεως και της ευδοκιμήσεως της «βασιλικής οδού» του ορθού λόγου. Επειδή πιστεύω ακράδαντα στην αξία της μελέτης και της ερεύνης, φαίνεται στο νού μου αδιανόητο να καταπιαστεί κάποιος επιστημονικά με ο,τιδήποτε χωρίς να διανοείται και να συλλογίζεται σύμφωνα προς τις από τον ίδιον τον Υιόν του Θεού παραδεδομένες θείες αρχές και αλήθειες. Από εκεί πρέπει να άρχεται και εκεί να επανέρχεται. Χωρίς αυτές σκεπτόμενος ουδείς με αυθεντική κριτική σκέψη και ηθική συμπεριφορά θα υπάρξει. Έρευνα, σκέψεις και ιδέες, που δεν λαμβάνουν χώρα εξαιτίας του, διά του και εντός του ευθυβολογνώμονος Θεού, παραμένουν φαντασιώδεις σκιές ανάλογες αυτών του φιλοσοφικού μύθου του πλατωνικού «σπηλαίου». Μετά φόβου Θεού και πίστεως «μεταλαμβάνουν» την υπόστασή τους όλοι οι τομείς του επιστητού. Μήπως όλος ο «καυγάς» της φιλοσοφίας και των παιδιών-επιστημών της δεν είναι η ανεύρεση των πρώτων αρχών, των πρώτων αιτίων, κατά την έχουσα τον «πρώτο λόγο» εδώ Αριστοτελική λογική;  Μόνο, λοιπόν, με αυτήν την μεθοδολογία και δεοντολογία δυνάμεθα να επιτύχωμεν σε ο,τιδήποτε θεωρητικό ή πρακτικό επιχειρούμεν. Όσες κοσμογονικές θεωρίες, διασήμων ή μη δημιουργών, διατείνονται και πρεσβεύουν το αδογμάτιστον και το εντελώς αποδεικτόν της σκέψεως, συνθέτουν την «πρώτης γραμμής» διανόηση της «δογματικής» του ψεύδους και της απάτης. Οι άθεοι και απάτριδες σοφοί και οι σοφίες τους είναι οι εγγυητές της «ευημερίας» των λαών μέσω της δημαγωγικής πλάνης και της «μεταφυσικής» του μηδενισμού. Έτσι προετοιμάζουν την «εκπνευμάτωση» του άυλου πνευματικού ανθρώπου σε αναλώσιμη και εξαυλώσιμη ύλη και ενέργεια. Χωρίς αυταπάτες, αυτό το είδος ευδαιμονίας προτείνουν.

Εάν βουλώμεθα λοιπόν, καθώς οι περιστάσεις και οι προστρέχοντες οίκοθεν και θύραθεν εχθροί ημών προκαλούν προς τούτο, να σώσωμεν δηλαδή εαυτούς, Έθνος και Πατρίδα, πρέπει να ιστάμεθα επί του «εδάφους της πίστεως» και να κρατήσουμε την καθολικήν ορθόδοξον χριστιανικήν πίστιν συμφώνως προς το Αθανασιανόν Σύμβολον : «Πίστις δε καθολική αύτη εστίν, ίνα ένα Θεόν εν Τ ρ ι ά δ ι, και Τριάδα εν μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τας υποστάσεις, μήτε την ουσίαν μερίζοντες…., όπως και την ενανθρώπησιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ορθώς πιστεύη». Και τελολογκώς, «Αύτη εστίν η καθολική πίστις, ήν ει μη τις πιστώς τε και βεβαίως πιστεύση, σωθήναι ου δυνήσεται». Ενθυμούμενοι ότι η θεία συμμαχία καθιστά τον άνθρωπο ατρόμητο και απροσμάχητο : «ει ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ ημών». Ανάγκη μεγίστη είναι, λοιπόν, η Πολιτεία μας να εκπαιδεύσει και να «καλλιεργήσει», δεόντως και έτι περισσότερον στους διαβιόντες και καλλιεργούντες την ιερήν πατρώαν γή, την Ελληνική τους εθνική και ορθόδοξη συνείδηση. Διά τον σκοπόν τούτον, κατάδηλον είναι, πως πρέπει η Ελληνική Πολιτεία να θεσμοθετεί, να νομοθετεί, να υλοποιεί τους καταλλήλους νόμους, και ταυτοχρόνως να παιδαγωγεί τους πολίτες, στοιχούσα ρητώς και απαρεγκλίτως πάντοτε στην φιλοσοφία της θεολογίας και στην πολιτική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της επιγείου κόσμου είναι η Πολιτεία, η διαθέτουσα για διδάσκαλον τον Νόμον και για μαθητάς τους πολίτες της. Κάθε θεσμός στην Ελλάδα οφείλει να έχη ορθόδοξη θρησκευτική καταγωγή ή αναγωγή. Η μόνη πολιτειακή ταυτότης της Ελλάδος ευρίσκεται στον πνευματικό χώρο της Εκκλησίας του Χριστού. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος ορθής, προσήκουσας και επιτυχούς, εις το διηνεκές, για την χώρα άσκησης της πολιτικής εξουσίας, και ηθικής διαπλάσεως των πολιτών της. Τα «Πολιτικά» με την σωστή παιδεία και για την σωστή παιδεία, ώστε να συνιστούν έτσι την άριστη, εάν όχι την ιδανική, παρακαταθήκη του πολιτισμού μας. Πολιτική εξουσία που προϋποθέτει τον κοινό σεβασμό του θείου Νόμου, την διακήρυξη της υπεροχής της αυθεντίας των ιερών κανόνων έναντι των νόμων της Πολιτείας, και τέλος την εναρμόνιση-στοίχιση της πολιτειακής προς την αντίστοιχη εκκλησιαστική νομοθεσία. Η προτεινομένη αυτή εναρμόνιση έχει ήδη για πρώτη φορά θεμελιωθή και ιστορηθή με το ευρύτατο νομοθετικό έργο του Αυτοκράτορος Ιουστινιανού το οποίο παρέμεινε σε ολόκληρη την βυζαντινή περίοδο η αμετακίνητη βάση για την λειτουργία των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στα πλαίσια των αρχών της «συναλληλίας» και της «συμφωνίας» των δύο θεοδωρήτων εξουσιών. Εάν ομονοήσωμεν κάποια στιγμή με την αλήθεια του πανυπερσόφου υπερόντος Θεού, θα τολμώμεν να απαιτούμε και να λέμε πως τέτοιας λογής αναθεωρήσεις και βελτιώσεις του Συντάγματος του κράτους θα πρέπει να προτείνονται και να λαμβάνουν χώρα εις το Ελληνικόν Βουλευτήριον. Οι δοκησίσοφοι νομοθέται και πολιτικοί του βουλευτικού και του εκτελεστικού, οι οποίοι δεν «βαπτίζουν» κατ’ επανάληψιν τον κονδυλοφόρον τους στην πηγή που αναβλύζει από τα πάνσεπτα ρήματα του δικαιοδότου Θεού, δεν θα έπρεπε ποτέ να γράψουν ούτε μία φορά έστω και την λέξιν «Σύνταγμα των Ελλήνων». Η φυσική προέλευση του Συντάγματος το θέλει να συντάσσεται με τον πανταίτιον παντουργόν Θεόν. Το κοινό και μελλοντικό καλό των Ελλήνων αλλά και εν δυνάμει όλων των ανθρώπων μας έχει δοθή αγαθώς, σαφώς και με απόλυτη ακρίβεια. Έχομεν οι σύγχρονοι Έλληνες, ως καταδεικνύεται προδήλως, απαράμιλλο πλούτο παραδόσεως ως «ύδωρ αείζωον», σε όλους τους τομείς της ιδιωτικής και δημοσίας ζωής, και για τον λόγο αυτό δεν έχομεν το δικαίωμα να μην τον αξιοποιούμε με γνώμονα και κανόνα την ωφέλεια του Γένους μας. Δυστυχώς και εν πλήρει αντιθέσει με όλα τα προαναφερόμενα, και φυσικά με κίνητρα πολύ σκοτεινών νών (όπως θα αναλυθή κατωτέρω), το ισχύον Ελληνικό Σύνταγμα, από την Παλιγγενεσία και έπειτα, διαθέτει, «όλο κι’ όλο», μία αρχική απλή αναφορά εις τον Τριαδικόν Θεόν. Το υπόλοιπο γραπτό περιεχόμενό του, αλλά και το πνεύμα του γενικότερα, αποκλίνει δικολαβικώς από την ουσία και το «γράμμα» της Ορθοδοξίας με γεωμετρικώς αυξανομένη υπερέξαρση αχαριστίας και ασεβείας προς αυτήν. Θέση η οποία το καθιστά, εκτός από αντιορθόδοξο, και άκρως αντεθνικό. Οσον αφορά στην συναρτήσει του Συντάγματος παραγωγή και έκφραση θεσμών και νόμων, και στην γενικότερη πρακτική, ομιλούμε πλέον για μετωπική σύγκρουση αρχών και βάσεων μεταξύ της νεωτέρας Πολιτείας και των πολιτευμάτων της και του οποιουδήποτε «στοιχείου» φέρει έστω και την υποψία Χριστιανισμού. Είναι λοιπόν άξιον απορίας και πολυπλόκων συνεξισώσεων το «τις πταίει» και το γιατί δεν προοδεύουμε ως κοινωνία και ως κράτος; Αιτιολογείται αβίαστα, τουλάχιστον τοις νούν έχουσι, το γιατί είμαστε οι αδύναμοι στις συμμαχίες και στους οργανισμούς, στους οποίους συμμετέχουμε, και οι ισχυροί μας κυττάζουν όπως τον «φτωχό συγγενή» και το «εύκολο θύμα τους».

Η ανθρώπινη ψυχή, και εάν ακόμη  δεν δεχθούμε το αξίωμα του Τερτυλλιανού ότι είναι φύσει χριστιανική, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε ότι  είναι φύσει θρησκεύουσα. Η πίστη είναι ανεξάρτητη από την γνώση, ενώ η γνώση όχι απλώς εξαρτάται αλλά γεννάται από την πίστη. Ως βαθύτατα θρησκευόμενον «στοχάζεται» το ελληνορθόδοξο πνεύμα στο πέρασμα των αιώνων. Η Ελλάς έδωσε τα φώτα του πολιτισμού στην οικουμένη δύο φορές, και με την αρχαία σοφία και με την χριστιανική πίστη. Ο Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς, στην Απολογία του ομιλεί για τους προ Χριστού χριστιανούς, οι οποίοι, έχοντες συλλάβει με το πνεύμα τους τον σπερματικό λόγο, προσέγγισαν το θείο και μετέδωσαν θαυμαστά μηνύματα στον ειδωλολατρικό κόσμο : «οι μετά Λόγου βιώσαντες χριστιανοί εισί, κάν άθεοι ενομίσθησαν, οίον εν Έλλησιν μεν Σωκράτης και Ηράκλειτος και οι όμοιοι αυτοίς». Το σύμπαν, ο ψυχοσωματικός άνθρωπος, ο υλικός κόσμος, ο φυτικός και ζωϊκός κόσμος, η κοινωνία, η ελεύθερη βούληση και τα συναισθήματα των ανθρώπων, η ιστορία, η σκέψη, η φιλοσοφία και η ποίηση, Έθνότης και Πατρίς, η δημιουργία σύμπασα, όλα ευρίσκονται αλληλένδετα, συναλληλοεξαρτώμενα και συνυφασμένα εντός του πνεύματος τούτου, διότι, όπως θεοπνεύστως μας παραδίδει ο Μέγας Ιεράρχης Βασίλειος, όλα αποτελούν κτίση του ενός και αϊδίου Θεού. Ο υπεράγαθος Ών επικυροί με το θείον κύρος Του, εγγυάται και μεριμνά για άπαντα τα κτίσματά Του, με την απειρέσιον αγάπη Του στραμμένη κυρίως στο πρόσωπον του ανθρώπου. Γι’ αυτό και η φύσις και η ζωή μέσα στο φυσικό περιβάλλον της Ελληνικής επαρχίας προσφέρουν απλόχερα ευδαιμονία και γαλήνη στην ψυχή κάθε ενός από εμάς που θα συζευχθή μαζί τους. Διότι απλά μπορούν και εκπέμπουν έστω ένα πολλοστημόριο μιάς μικρής ακτίνος από το κατ’ εξοχήν κάλλος, που είναι ο Μεγαλοδύναμος Θεός.

Αραρίσκοντες τα ανωτέρω λεχθέντα αμέσως και ταχέως στο ορθώς και συνεπώς διανοείσθαι, αποκτούμε την γνώσιν πως ο Ύψιστος Θεός τον πρώτον άνθρωπον δεν έθεσεν σε πόλη, αλλά σε παράδεισον, κήπον δηλαδή. Ονομαζόταν δε ο παράδεισος Εδέμ, το οποίον μεταφράζεται «τρυφή», «απόλαυσις». Η γη με την ωραιότητα των πολυποικίλων φυτών και την ωφελιμότητα και γλυκύτητα των πολυποικίλων καρπών της είναι όντως τρυφή, απόλαυση. Συνεχής η χρήση πάντων των στοιχείων του φυσικού κόσμου, και του πλήρους αρμονίας αγροτικού τρόπου ζωής, στα θεόπεμπτα ρήματα και κείμενα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. «Δάσος» ζωοφόρον προβάλλουν τα αντίστοιχα χωρία. Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον κεφ. ΙΕ΄,1, διδασκόμεθα από τον ίδιο τον Χριστόν το «εγώ ειμί η άμπελος η αληθινή, και ο πατήρ μου ο γεωργός εστί». Στην κατά την μετάφρασιν των Εβδομήκοντα Γένεσιν κεφ. Β΄, 15, μας λέγει πάλιν ο Κύριος: «Και έλαβεν Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον, όν έπλασεν, και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω, εργάζεσθαι και φυλάσσειν». Ενώ πάλι η Γένεσις, Κεφ. Β΄, 7, περιγράφει μαζί με την δημιουργία του ανθρώπου και την βάσει θείων νόμων σχέση ουράνια που έχει με την «μητέρα-γή» του : «και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χούν από της γής, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». Ο ήδιστος «κήπος» για εμάς ταυτίζεται με την πατρίδα μας και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της. Συμπληρώνει, στην πρό Χριστού «ευαγγελική» ποίηση, ο την Ελλάδα ολάκερη «προπαιδεύσας» Όμηρος, ότι ουδέν γλυκύτερον της Πατρίδος.

Αυτή η αμιγής θρησκευτική, ηθική  και εθνική αγωγή άγει εις την  οδόν του Άνακτος των ανάκτων. Η οδός Του, όσο απροσπέλαστη πρακτικά και εάν φαίνεται στο σήμερα, οδηγεί στο ευ ζήν, και στο φυσικώς ευ ζήν. Διαφορετικό «μονοπάτι» για να συναντηθούμε με την παράδοση αιώνων της γλυκυτάτης Ελληνικής γεωργικής ζωής δεν θα ανακαλύψουμε όσο και εάν ψάξουμε. Ούτε τα αντίδωρά της αναφύονται σε άλλα «περιβόλια» έξωθεν του «κήπου» του απείρου Κυρίου ημών. Έχουμε την ελεύθερη επιλογή, βεβαίως, να «βαδίσουμε» και άλλους δρόμους, όπως της καλοκατασκευασμένης νέας «ανοπαίας» ατραπού. Σας διαβεβαιώ ότι μόνο την «πτωτική» φύση και τον «υπερπτωτικό» άνθρωπο-εαυτό μας θα αντικρύζουμε εκεί. Όσο οργανωμένα αγνή και αγροτική ζωή και εάν προσπαθήσουμε να ζήσωμεν αλλά μακριά από τον Θεόν, μακριά από τον Θεόν θα παραμένουμε διαρκώς και οικολογικό τρόπο ζωής δεν θα απολαύσουμε ποτέ. Ο χρυσός κανών της ελευθερίας για κάθε άνθρωπο και για κάθε ανθρώπινη εγκόσμιον κοινωνία είναι ότι εάν δεν «ιδρώνωμεν» με χαρά να γιγνώμεθα δούλοι του ενανθρωπήσαντος, σταυρωθέντος και αναστάντος διά ημάς Θεού, υπόδουλοι θα είμεθα πάντοτε στα ερεβώδη κάτεργα των δικών μας παθών συνάμα και των παθών των εκάστοτε τυράννων που επιβουλεύονται την ελευθερία των λαών. Πόσο δυσδιάκριτο είναι το ότι δεν μπορούμε ούτε κάν να ευελπιστούμε ότι θα γευθούμε κάποιους έστω και λιγοστούς «παραδεισίους καρπούς», υιθετούντες το αθεϊστικό και μονομερώς οικονομικό πρότυπο ζωής, το υπαγορευόμενο από τα συμφέροντα αργυρόνητων απανθρώπων; Ακόμη και η αγροτική τάξη και ζωή όπως λειτουργούν σήμερα, ορώμεν πεντακάθαρα ότι ούτε αξία λόγου βιολογική τροφή ανταποδίδουν στον απλό πολίτη, ούτε προσφέρουν κάποια ψυχική ανάταση σε αυτούς εκ των γεωργών που δραστηριοποιούνται στα πλαίσια της «εκσυγχρονισμένης» συγχρόνου γεωργίας. Απλά βιομηχανοποιούν, κατ΄εντολή ανίερων συμφερόντων, την καταστροφή : Παράγεται τροφή εξασφαλισμένα τοξική, κορεσμένη και υπερπλουσία σε δηλητηριώδη γεωργικά φάρμακα, νοθευμένη, ραδιενεργή, μεταλλαγμένη και μεταλλάσσουσα όποιον την καταναλίσκει, βρίθουσα ασθενειών και εν τέλει ανθρωποβόρος. Ανθρωποκτόνος, προς κάθε κατεύθυνση, δε είναι και η χρήση της σημερινής επιστήμης, η οποία έχει ταχθή να υπηρετή την ισοπεδωτική ιδεολογία της παγκοσμιοποιήσεως. Η τέχνη του επιστητού των ημερών μας είναι στα σίγουρα «χωριζομένη» της τετράδος των Πλατωνοαριστοτελικών αλληλοπεριχωρουμένων αρετών της ανδρείας-φρονήσεως-σωφροσύνης-δικαιοσύνης. Μάλιστα, διά να θεοποιήση την υλιστική θεωρία και αντίληψη του κόσμου, έχει αναλάβει «υπεργολαβικώς» ως καλοπληρωμένος εκτελεστής την καταδίωξή τους μέχρι της οριστικής και πλήρους εξεφανίσεώς τους από προσώπου των ανθρώπων. Είμεθα στην εποχή η οποία κατεσκεύασε, για πρώτη φορά πανανθρώπινα, τις «Ερινύες» των αρετών. Να διευκρινίσω εδώ, πως το κέρδος ως οικονομικό μέγεθος δεν καταχωρείται στην κατηγορία διαβόλων και τριβόλων. Το θεωρώ, στα πλαίσια μιας οικονομίας ανθρωπισμού, μία βασική συνιστώσα και ένα κίνητρο για την εξέλιξη και την υγιή ανάπτυξη των κοινωνιών των κρατών. Πρέπει όμως οι θεοστήρικτοι, όπως προείπον, δημοκρατικοί θεσμοί της ισονομίας να αξιοποιούν κοινωνικά το κέρδος και να διασφαλίζουν ότι δεν θα δημιουργηθή υπερσυσσωρευμένος πλούτος, ο οποίος θα έχει βλέψεις την απόλυτη εφαρμογή του «δικαίου του ισχυρού» επί δικαίων και αδίκων. Εκείνο που συμβαίνει είναι ότι μακράν του Θεού, η λογική αναπτύσσεται εις έν τέτοιον είδος παραμορφωτικής διαστροφής  ώστε να «λογικοποιείται» το αφύσικο και το παράλογο, και να κατακαγχάζεται, όταν δεν υπερπολεμείται, το ιερόν Υπέρλογον. Συνειρμικώς ό,τι «καλόν καγαθόν», όπως πρωταρχικώς είναι η αγάπη και η φιλοτιμία για την τήρηση των εντολών του Υψίστου Νομοθέτου, «κακοποιείται» και κατηγορείται ως επικίνδυνη υπερβολή. Αποτελεί δηλαδή, κατά τον «νουν» τούτων, ο συνδυασμός του καλού, τουτέστιν της ποιότητος, με την ποσότητα, την ενσάρκωση του κακού.  Ό,τι δεν ανάγεται σε ρευστοποιήσιμο χρήμα πρέπει να αποθνήσκει. Έτσι «γράφονται» κατά την βουλή του δοκούντος και του συμφέροντος τα πρωτόκολλα των περιφήμων δικαιωμάτων του συγχρόνου ψευδανθρωπισμού. Φρονώ ότι παραφρονεί κάθε σύστημα διακυβερνήσεως λαού ή και λαών, όταν νομίζη και ενεργή ανεξέλεγκτα έξω από κάθε ηθική νομιμότητα, με βάση την «χρυσοφόρον» δύναμίν του. Έρχεται η ώρα που κάποιος λαός, ελέω Θεού, τους «εξηγεί» και το «εστόρεσαν». Είπεν ο Κύριος των δυνάμεων ότι εποίησεν εξ ενός ζεύγους όλα τα έθνη. Ακριβώς, λοιπόν, εποίησεν έθνη, ως αδέλφια έμπροσθέν Του, αλλά με τους διαφορετικούς του χαρακτήρες το καθένα. Ποιός δεν εννοεί ότι σίγουρα δεν εποίησεν κλωνοποιημένα αντίγραφα μη ελλόγων ζώων; Ποιος, συνεχίζω, πέραν του Όντος, δύναται να διατάζει την δημιουργία και το τέλος των εθνοτήτων ή την επικυριαρχία ενός έθνους επί των υπολοίπων; Παγκόσμιος κοινότητα εν ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την έννοια και τον αμοιβαίο, βάσει ορθοεπών διεθνών νόμων, σεβασμό στην εθνικήν υποστάσιν. Η εθνότητα, από «φυσικού» της οφείλομεν να συμβουλεύσωμεν, όσο ο Θεός των νομιζομένων θεών το επιτρέπει και το ανέχεται, ανανήφει και «ξανά προς την δόξα τραβά». Είναι σαφέστερον του σαφούς ότι επιβάλλεται, με τις οδηγίες και λόγω των ορέξεων ανόμων βουλών, εντελώς αντιδημοκρατικά μία παγκόσμιος «συγκεκαλυμμένη» δουλεία. Γι’ αυτό αποτελεί γεγονός αναποφεύκτου αυτοκαταστροφής το να μην αποδεχόμεθα, ειλικρινώς πλέον, ότι στην περίπτωση της «υπερπολυτόμου» Ελληνικής ιστορίας είναι αναμφισβήτητη η συνακόλουθη αλήθεια : Την 12η προς 13η Απριλίου του 1204 (ήτο η δευτέρα φορά που απωλέσαμε την κοσμοκρατορία) σύσσωμη και ηνωμένη η δυτική Ευρώπη κατέλυσε, μετά από προσχεδιασμένη πολιορκία, πολυήμερες σφαγές αμάχων και ριζική, εκ βάθρων, διάλυση όλων των δομών του κράτους της, την Ελληνικήν Βυζαντινήν Αυτοκρατορίαν, και εξέλαβε χρησιμοθηρικά και με ακόρεστον βουλιμίαν όλον τον υλικό και πνευματικό της πλούτο. Δεν είχε όμως στο νου της να αξιοποιήση τον πολιτισμό μας για να προσφέρη αγαθά. Έκτοτε έως και σήμερα, δεικνύουσα το ανέκαθεν γνήσιο βαρβαρικό ποιόν της, εδώ και 808 συναπτά έτη, συστηματικότατα και χωρίς έλεος μας καταδυναστεύει, μας κρατά σε καταστολή ασθενούς, μας ερημώνει, μας υποδουλώνει και «τα δίνει όλα» ώστε να εκμηδενίση ο,τιδήποτε Ελληνικό. Πάντοτε αυτοπαρουσιαζόμενη ως «δίκαιος» σύμμαχος, με το σημερινό παρωνύμιο εταίρος, και με πειθώ εγγυήτριας της προόδου, της αυτοκυριαρχίας και της ανεξαρτησίας μας. Αυτή την φορά, με την Ευρώπη πρωτοτυπούσα σε πάθος και μεθόδους, τά αποτελέσματα της διαρκούς «αγάπης» της και του «ανυπερβλήτου πολιτισμού» της είναι πιο καταστροφικά από ποτέ. «Κοχλάζουν» σαν άλλο «υγρόν πύρ» οι αιώνιες θρησκευτικές, ηθικοκοινωνικές, φιλοσοφικές, οικονομικές, πολιτικές και πολεμικές διαφορές και αντιθέσεις μας. Ένεκα αυτών των αιτίων είναι παντελώς ασύμβατη και ασυμβίβαστη η Ελληνική εύψυχος φυά με την επιχειρούμεν άλογη και μελανόψυχη υπερπαγκοσμιοπολυκακοποίηση. Με αμέριστη, εν  Χριστώ, ειλικρίνεια, ευχόμεθα και θα ήτο ό,τι πιο θεάρεστο οι λαοί αυτοί να επέλεγαν την μετάνοια και μία έστω λίγο περισσότερο χριστιανική συμπεριφορά. Όμως ακόμη και οι μεγάλες μορφές φιλελλήνων παρακάμπτονται και αγνοούνται από τους δικούς τους λαούς. Διερωτάται ρητορικώς, μα όχι αδίκως, ο επαϊων, εάν είναι δυνατόν να βελτιωθούν κάποτε απέναντί μας. Ο εχέφρων καταλαβαίνει ότι μία σχετική απάντηση ίσως αργήσει να σχηματοποιηθή μερικές εκατοντάδες αιώνες ακόμη. Έτσι εξακολουθούμε να είμεθα «οίον εν μάχη». Εν τω μεταξύ, εντός των πυλών, οι πολλαπλασιαζόμενοι με απλή διχοτόμηση, αληθινοί «απόγονοι» του Εφιάλτου, κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να κατακτήσουν το Βραβείο Νόμπελ στην προδοσία. Εργάζονται, πανθομολογουμένως, πολύ σκληρά, για να πετύχουν την τελική μας ήττα και πτώση. Αισθάνονται ότι ο κόσμος θα γίνει «αγγελικός», εάν οι Γραικοί καταθέσουν τα πνευματικά τους όπλα, αποδεχθούν όλους τους «όρους» παράδοσης και αποκοπούν αυτοβούλως από τις ρίζες τους. Το να υποκλιθής στο «μεγαλείο των Δυτικοευρωπαίων» ως δούλος, και ως άλλα «είδη» ενδεχομένως, όλα τους πολυτελείας, είναι ένδειξη «υψηλής» διανοήσεως, είναι κι’ αυτό «μια κάποια λύσις». Το ισχυρότερο επιχείρημα της αρρωστημένης αυτών συνειδήσεως είναι του τύπου του ευκλειδείως «ευθυτάτου» συλλογισμού πως δεν θα υπήρχαν οι δύο αρχιπροδόται, οι «αλησμόνητοι» Εφιάλτης και Ιούδας, εάν δεν ενεφανίζοντο έτσι «απρόσκλητοι» στην ιστορία ο Λεωνίδας και ο ενανθρωπήσας διά την αγάπη Του προς ημάς Θεάνθρωπος Χριστός. Είναι φοβερό για όποιον ξεχάσει πρό της απολογίας του επί του «φοβερού βήματος» το διαυγάζον τα σύμπαντα της ανθρωπίνης γνώσεως χρυσοστομικόν ρητόν : «Ουχί εκ της προφητείας η προδοσία, αλλ’ εκ της προδοσίας η προφητεία». Το εύλογο, λοιπόν, ηθικόν χρέος που απομένει, πρέπει να γίνει πράξη, και προβάλλει ως η μοναδική διέξοδος σωτηρίας όλων ημών των κατά πολύ αμαρτωλών, είναι να αφουγκράζεται και να μελετά ο καθείς εξ ημών, τους λόγους, που ψιθυρίζονται ακόμη από βουνοκορφή σε βουνοκορφή, των αληθινών γερόντων του Γένους και της επαναστατικής Δημοκρατίας των απανταχού Ελλήνων, του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και του Παπαφλέσσα. Τα λόγια αυτά, τα οποία ξεχειλίζουν αλήθεια και ηθικό ρεαλισμό, μας εξηγούν «έξω από τα δόντια», μήπως και το καταλάβουμε με τις πολλές επαναλήψεις, πως δεν θα έχουμε ποτέ κανένα άλλον βοηθό πέρα από την πίστη μας στον Βασιλέα των αγγέλων και την δύναμη της καρδιάς μας. «Εν τούτοις» οφείλομεν να νικάμε και θα νικάμε.

Ο απειλών με όλεθρο τις ζωές των  ελευθέρων ανθρώπων οικονομικός  πόλεμος, των «συγχρόνων γιγάντων»  του εωσφορικού τάγματος, μας «βομβαρδίζει»  αλύπητα. Έχει εκπαιδευθεί αιώνες τώρα να ελέγχει εντελώς την οικονομία, την παιδεία, την υγεία και τον τρόπο ζωής μας. Η συσπείρωση στην θεοδίδακτον παραδοσιακή αγροτική οικιακή οικονομία, και εν γένει τρόπο ζωής, διαμορφώνει καθοριστικά το τελευταίο άπαρτο οχυρό του λαού μας. Εκεί θα έλθη η συγχώρηση και η ευλογία από τον Παντοδύναμο, προηγηθείσης της μετανοίας ημών, και εκεί θα λάβη χώρα και η νέα «Έξοδος» προς την ελευθερία του Ελληνορθοδόξου πολιτισμού. Διά μέσου της «μαραθωνίου» πνευματκής ανόδου προς τον Πλάσαντα κατά μόνας τας καρδίας ημών, Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, επιτυγχάνεται η ασφαλής επάνοδος στους δροσερούς λειμώνες και τις πανδαισίες του ιερού πατρίου εδάφους. Οι χάρες της πατρώας γής μας «δροσίζουν» στον πνευματικό μας αγώνα όπως ακριβώς το περιγράφουν, μέσα από την θεωρία τους περί του φυσικού κάλλους, ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και χρυσορρήμων (Επιστολή προς Γρηγόριον Ναζιανζηνόν, και Ομιλία ΣΤ΄, εις τας Πράξεις των Αποστόλων, αντιστοίχως). Ο Ήλιος της δικαιοσύνης και της αγάπης την Χάριν χαρίζεται στους χριστιανούς όλους όσοι εισί «τοις Κείνου ρήμασι πειθόμενοι».

Χρήσεις του ζεόλιθου στη γεωργία

Ζώη Δ. Ζαρταλούδη

Δρ. Γεωπόνου

Το φυσικό προϊόν Zeotop είναι ένα μίγμα ηφαιστιογενών ορυκτών με βάση τον ζεόλιθο (κλινοπτιλόλιθος) με κρυσταλλική δομή, με μεγάλη εσωτερική επιφάνεια, με δαιδαλώδεις εσωτερικές αναδιπλώσεις που σχηματίζουν άπειρους χώρους όπου μπορεί να αποθηκευθεί νερό με αμφίδρομη σχέση (δηλαδή που μπορεί και πάλι να αποδεσμευτεί ή αποδεσμεύεται βραδέως). Είναι επί πλέον ικανό να ανταλλάξει τα δομικά του κατιόντα, χωρίς να αλλάξει την κρυσταλλική του δομή. Οι μεγάλες δομικές κοιλότητες και τα εσωτερικά του κανάλια περιέχουν μόρια ύδατος, τα οποία διαμορφώνουν σφαίρες ενυδάτωσης γύρω από τα ανταλλάξιμα κατιόντα του. Οι εφαρμογές του Zeotop στηρίζονται στις πιο κάτω ιδιότητες: (ι) Ανταλλαγή κατιόντων, (ii) Προσρόφηση, (iii) Καταλυτική δράση, (iv) Διατήρηση υγρασίας και (v) Βιολογική ικανότητα αμέσου αντιδράσεως. Είναι άριστο εδαφοβελτιωτικό προϊόν για τη βελτίωση αμμωδών και πτωχών σε άργιλο εδαφών. Η χρησιμοποίηση του Zeotop ως εδαφοβελτιωτικό πετυχαίνει σημαντικές αυξήσεις στις παραγωγές του σίτου, κριθής, της μελιτζάνας, των καρότων, της πατάτας, των μήλων κ.α. Είναι επίσης άριστο εδαφικό υπόστρωμα καλλιέργειας και θρέψης όπου δρα σαν ένα αργής αποδέσμευσης Καλιούχο λίπασμα, που παράγει την ίδια αύξηση για τα φυτά σαν αυτή που θα προέκυπτε με καθημερινή άρδευση πλήρους υδροπονικού θρεπτικού διαλύματος Hoagland. Παρατηρείται επίσης καλύτερη υγεία στα φυτά και καλύτερη ικανότητα άμυνας μετά από διέγερση των αντίστοιχων μηχανισμών της φυσιολογίας των φυτών.

Ως ζωοτροφή (διαιτητικό συμπλήρωμα) σε χοίρους και πουλερικά βοηθά στην γρήγορη αύξηση των ζώων με ταυτόχρονη μείωση του κόστους και του όγκου της τροφής. Τα δε περιττώματα των ζώων είναι λιγότερο οσμηρά λόγω δέσμευσης των αμμωνιακών (NH4). Πετυχαίνει επίσης αύξηση στην παραγωγικότητα που μπορεί να οφείλεται στην συγκράτηση του αμμωνιακού αζώτου από το  Zeotop στο γαστρεντερικό σύστημα, και με αυτόν τον τρόπο επιτρέπεται στο ζώο να χρησιμοποιήσει το ληφθέν άζωτο αποτελεσματικότερα. Το Zeotop επίσης μπορεί να διαδραματίσει τρεις ρόλους στην ιχθυοκαλλιέργεια: (ι) Μπορεί να αφαιρέσει το αμμώνιο (ΝΗ4) από το εκκολαπτήριο, το ανακυκλούμενο νερό και τα ύδατα των ενυδρείων, (ii) Να ελευθερώσει οξυγόνο για τα συστήματα αερισμού στα ενυδρεία και τα ανακυκλούμενα νερά και (iii) Να χρησιμοποιηθεί ως διατροφικό συμπλήρωμα ψαριών.