Ἡ φιλανθρωπία

Ὁ μακάριος ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε διὰ μέσου τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔσωσε χάρη στὸ ἔλεός Του καὶ ὄχι ἐξ αἰτίας κάποιων ἔργων ἀρετῆς ποὺ πραγματοποιήσαμε ἐμεῖς (Τίτ. 3, 4-5). Ἐντελῶς ἀντίθετα, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἤμαστε κάποτε «ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς ποικίλαις, ἐν κακίᾳ καὶ φθόνῳ διάγοντες, στυγητοί, μισοῦντες ἀλλήλους» (Τίτ. 3, 3). Ἀλλὰ ὁ φιλάνθρωπος Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς ἔσωσε μὲ τὸ πολὺ ἔλεός Του χαρίζοντάς μας δωρεὰν τὸ Ἅγιό Του Βάπτισμα καὶ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Τίτ. 3, 5). Ἔχοντας ὑπ’ ὄψη μας τὴν ἀνέκφραστη αὐτὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πρὸς ἐμᾶς, καλούμαστε νὰ γίνουμε μιμητές Του· νὰ εἴμαστε ἐπιεικεῖς καὶ φιλάνθρωποι πρὸς κάθε συνάνθρωπό μας (πρβλ. Τίτ. 3, 2-3).

Ὡς χριστιανοὶ εἴμαστε ζωντανὰ μέλη τοῦ ἑνιαίου σώματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τοῦ Βαπτίσματος ἀποκαθίσταται στὸ κάθε μέλος της τὸ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ἀνοίγει ἡ προοπτικὴ τῆς πορείας πρὸς τὸ καθ’ ὁμοίωση. Ἂν λοιπὸν ἡ φιλανθρωπία ἀποτελεῖ βασικὴ ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία διασώζεται τὸ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωση, τότε καὶ τῆς Ἐκκλησίας βασικώτατο γνώρισμα καὶ ἰδιότητα εἶναι ἡ φιλανθρωπία.

Αὐτὸ εἶναι ποὺ κατ’ ἐξοχὴν ζητᾶ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Κύριος. Στὰ Εὐαγγέλια δηλώνει κατηγορηματικὰ ὅτι δὲν ἀναπαύεται τόσο στὶς ἐξωτερικὲς καὶ ἐπιφανειακὲς ἐκδηλώσεις λατρείας πρὸς Αὐτόν. Ἡ οὐσία τοῦ θείου νόμου εἶναι κρυμμένη στὴν «κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον» (πρβλ. Μτθ. 23, 23). «Ἔλεος» εἶναι ἡ φιλανθρωπία, ἐνῶ «κρίσις» ἡ δικαιοσύνη. Αὐτὰ τὰ δύο δὲν εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους, ἀλλὰ ἀλληλοπεριέχονται. Ἡ ἄρρητη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ποτὲ μεροληπτικὴ καὶ ἄδικη, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ δικαιοσύνη Του εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου βουτηγμένη στὴν ἀγάπη Του.

Ὁμοίως, κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὅπως παρατηρεῖ τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δὲν ὀφείλει κανένα ἄλλο δίκαιο χρέος πρὸς τοὺς ἄλλους, «εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους. Ὁ γὰρ ἀγαπῶν τὸν ἕτερον νόμον πεπλήρωκεν. Τὸ γὰρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τῷ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ρωμ. 13, 8-9). Τότε λοιπὸν κάνουμε τὴν ἀληθινὴ κρίση στὴν ζωή μας, ὅταν εἴμαστε δίκαιοι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας, καὶ τότε εἴμαστε ἀληθινὰ δίκαιοι πρὸς αὐτούς, ὅταν τοὺς ἀγαποῦμε κατὰ τὸν τρόπο ποὺ μᾶς ὑπέδειξε ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς στὴν Ἁγία Γραφὴ ὁ δίκαιος ταυτίζεται μὲ τὸν ἅγιο, ἐνῶ ἅγιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν μὲν Θεὸ ὁλοκληρωτικά, τὸν δὲ πλησίον του ὡς ἑαυτό του.

Ἀπὸ τὶς λίγες αὐτὲς σκέψεις ποὺ διατυπώσαμε παραπάνω γίνεται ὁλοφάνερο ὅτι ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ τὴν φιλανθρωπία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἀναφερόμαστε σὲ τίποτε ἄλλο παρὰ στὴν ἀληθινὴ καὶ γνήσια ἀγάπη πρὸς κάθε ἄνθρωπο. Αὐτή, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς στὸ σύγγραμμά του, «400 Κεφάλαια περὶ ἀγάπης» δὲν ἐκφράζεται μόνο διὰ τῆς μεταδόσεως χρημάτων, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο διὰ τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς σωματικῆς διακονίας: «Οὐ μόνον διὰ μεταδόσεως χρημάτων ἡ διάθεσις τῆς ἀγάπης γνωρίζεται, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον διὰ μεταδόσεως λόγου Θεοῦ καὶ σωματικῆς διακονίας» (Ἑκατοντὰς 1η, κεφ. 26). Ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἐλεήμονος Χριστοῦ, ἐπειδὴ ἀποτελεῖ τὸ ζωντανὸ σῶμα Του, φανερώνει τὴν φιλανθρωπία της πρὸ πάντων μὲ τὰ σωτήρια δόγματα καὶ τὶς διδασκαλίες της, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸ σκοτάδι, ἑνώνονται μὲ τὸν Σωτῆρα Θεό μας καὶ σώζονται στὴν αἰωνιότητα. Ἀκόμη, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ μιὰ ἑνιαία ψυχοσωματικὴ ὕπαρξη, τὸν διακονεῖ καὶ μεριμνᾶ γι΄ αὐτὸν γιὰ κάθε ἀνάγκη του, ἀποβλέποντας πάντοτε στὴν σωτηρία του.

Μέσα σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἄλλοι λαοί, θρησκεῖες καὶ ἰδεολογίες προβάλλουν καὶ ὑπερυψώνουν τὴν ἀξία τοῦ χρήματος, τῶν ὅπλων, τῆς βίας, τῆς πολιτικῆς ἰσχύος καὶ τῶν ἐγκοσμίων μέσων ἐπιβολῆς καὶ κυριαρχίας στοὺς ἄλλους, ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία προβάλλουμε τὴν οὐσία τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου μας, ποὺ συνοψίζεται στὴν ἔννοια τῆς φιλανθρωπίας καὶ πηγὴ ἔχει τὸν Φιλάνθρωπο Δημιουργὸ καὶ Προνοητὴ τῶν ἁπάντων, τὸν Κύριο καὶ Θεό μας Ἰησοῦ Χριστό.

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας κ.κ. ΙΩΗΛ

 

Η αναβίωση των κοινοτήτων και η επιβίωση του Ελληνισμού

koinotita

Οι «κοινότητες», ένας αρχαιότατος θεσμός, λειτούργησαν ως «θεματοφύλακες» του ελληνισμού για πολλά έτη διασώζοντας τα ταυτοτικά και συνεκτικά του στοιχεία.

Με την οριστική διάλυσή τους τα τελευταία χρόνια και την ταφόπλακα που μπήκε με την εφαρμογή των σχεδίων «Καποδίστριας» και «Καλλικράτης», εντείνεται η προσπάθεια (στο πλαίσιο του επελαύνοντος εθνομηδενισμού) να αποκοπούμε από κάθε τι που μας συνδέει με τις παραδόσεις και τις αξίες που διέπουν το λαό μας. Σε μια εποχή με σωρεία προβλημάτων, σε μια Ελλάδα που φθίνει σε όλους τους τομείς, σε ένα κατεστραμμένο κράτος, σε μια αποσυντεθειμένη κοινωνία, λίγα πράγματα μπορούν ακόμα να μας αφήσουν μια ελπίδα, όσον αφορά στην κρατική και την εθνική μας υπόσταση. Είναι ορισμένες μορφές συλλογικότητας οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν ένα ανάχωμα στην κατηφόρα που έχουμε περιέλθει και να σταθούν εμπόδιο στον ατομισμό μας, την κίβδηλη κοινωνικότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, την αποχαύνωση της τηλεόρασης και την αποξένωση από τον συνάνθρωπο.

Αυτά τα λίγα, τα οποία διατηρούν και γιατί όχι συντηρούν ως κόρη οφθαλμού, τις παραδόσεις μας, τα ήθη και τα έθιμά μας, καθώς και άλλα στοιχεία της ιδιοπροσωπείας μας τα οποία μας συνέχουν ως έθνος είναι από την μια οι Ενορίες και από την άλλη, διάφοροι σύλλογοι, πολιτιστικοί, τοπικοί, λαογραφικοί, χορευτικοί, εθνολογικοί κ.ά. Όλοι αυτοί, μπορούν να διατηρήσουν την έννοια και τη λογική των κοινοτήτων και καλούνται πλέον να παίξουν σημαίνοντα ρόλο, στη μνημονιακή Ελλάδα του 2017.

Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Από την αρχαιότητα οι Έλληνες συνήθιζαν να εγκαταβιούν σε οργανωμένες μορφές ζωής, τις Κοινότητες μέχρι που αυτές διαλύθηκαν, ακολουθώντας για χρόνια φθίνουσα πορεία. Το στενόχωρο είναι ότι οι Κοινότητες ακολούθησαν φθίνουσα πορεία κυρίως λόγω κεντρικής, κρατικής απόφασης (υπήρξε και ο αντικειμενικός λόγος της ραγδαίας αστικοποίησης).
Ως βάση της Κοινότητας αποτελεί η συγγένεια, η κοινή καταγωγή, η γεωγραφική προέλευση και η γειτνίαση. Ως στοιχεία συνοχής της δε, αποτελεί η ομόνοια, τα ήθη, τα έθιμα, οι παραδόσεις, οι κοινοί πρόγονοι, η κοινή εμπειρία και μνήμη και η θρησκεία.

Θα λέγαμε ότι στις Κοινότητες οι άνθρωποι ουσιαστικά παραμένουν ενωμένοι παρ’ όλα όσα τους χωρίζουν, ενώ στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις οι άνθρωποι ουσιαστικά είναι χωρισμένοι, παρ’ όλα όσα τους ενώνουν. Στις μέρες μας, με αρκετούς συμπολίτες μας να δυσκολεύονται ακόμα και για τα προς το ζην, μια εφαρμογή του Κοινοτικού συστήματος οργάνωσης, ίσως να τους αντιμετώπιζε διαφορετικά.
Το πιο σπουδαίο για τις Κοινότητες και συνάμα το πιο περιεκτικό, σκεπτόμενοι την πορεία τους, είναι αυτό που αναφέρει ο Μελετόπουλος. «Η κοινότητα υπήρξε βασικός συντελεστής διατήρησης της εθνικής ταυτότητας, ηθικής συγκρότησης και επαναστατικής αφύπνισης».

Η EΝΟΡΙΑ

Το κέντρο της Κοινότητας για πολλά χρόνια αποτελούσε η Ενορία. Γύρω απ’ αυτήν συγκεντρώνονταν τα μέλη της, ο ιερέας ήταν ο πνευματικός τους πατέρας και τα προβλήματα του ενός, ήταν προβλήματα όλων. Η ευχαριστιακή σύναξη των πιστών που λέγεται Ενορία, μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο τώρα που οι δεσμοί των προσώπων που ζουν στοιβαγμένα στις πολυκατοικίες, στις απρόσωπες μεγαλουπόλεις, έχουν διαρραγεί σημαντικά και ο καθένας μας βιώνει την μοναξιά του ανάμεσα στο απρόσωπο πλήθος…

Η Ενορία δίνει ένα κοινό όραμα στους ενορίτες, με την μορφή μιας ελεύθερης αγαπητικής σχέσης που σκοπεύει σε μια κοινή περπατησιά, την κοινή πνευματική ζωή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, «Η ένταξη στην πνευματική ζωή, που οδηγεί στην κάθαρση και τον αγιοπνευματικό φωτισμό, είναι η βασική και κύρια υπόθεση της ζωής των πιστών μέσα στην Ενορία. Γιατί πνευματική ζωή, ως ζωή εν αγίω Πνεύματι, είναι η βασική προϋπόθεση και της αυθεντικής κοινωνικότητας για την λειτουργία της Ενορίας ως κοινότητας και κοινωνίας».

Η Ενορία, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας βιώνει δύσκολες μέρες, μεριμνά ώστε να βοηθήσει τα εμπερίστατα μέλη της που έχουν ανάγκη, υλικά και πνευματικά. Οι δραστηριότητες των ενοριών ποικίλουν ανάλογα με το μέρος που βρίσκονται και το μέγεθός τους. Έτσι, μπορούμε να συναντήσουμε ενορίες που διαθέτουν κατηχητικά σχολεία, φιλόπτωχα ταμεία, συσσίτια, τράπεζες συγκέντρωσης τροφίμων και ρουχισμού και πολλά άλλα. Ακόμα και «ο καφές» στο πνευματικό κέντρο της Ενορίας μετά από κάποιο Μυστήριο ή την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία, διατηρεί την κοινωνία και την ενότητα των πιστών, σφυρηλατεί τις σχέσεις τους και κάνει τους συμμετέχοντες να αισθάνονται ότι δεν είναι μόνοι στον πνευματικό αγώνα που διεξάγουν, πως δεν είναι οι μόνοι που είναι περήφανοι που πιστεύουν σε Θεό και πατρίδα.

Όσο προχωρούμε σε αποϊεροποίηση της ζωής μας και όσο οι πολιτικοί θα ψηφίζουν νομοσχέδια που διαλύουν την οικογένεια και πολεμούν την Ελλάδα και την Ορθοδοξία, αντιλαμβανόμαστε τον μέγιστο ρόλο που μπορεί να έχει μια Ενορία ως κοινότητα και κέντρο της οργανωμένης ζωής μας, από τα μικρά χωριά, ως τις μεγαλουπόλεις.

ΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ

Το δεύτερο σκέλος της ανάλυσης, είναι οι διάφοροι σύλλογοι. Μέσα σ’ αυτούς, όπως προανέφερα, συμπεριλαμβάνονται οι πιο «βασικοί», όπως είναι οι πολιτιστικοί, τοπικοί, λαογραφικοί, χορευτικοί και εθνολογικοί.
Οι πολιτιστικοί σύλλογοι φροντίζουν για τη διατήρηση του πολιτισμού μας. Οι τοπικοί σύλλογοι (Ποντίων, Σαρακατσάνων, Ευρυτάνων κ.ά.) διατηρούν την αγάπη στις ρίζες μας και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Οι λαογραφικοί σύλλογοι αναδεικνύουν το λαϊκό μας πλούτο. Οι χορευτικοί σύλλογοι με τους κύκλιους χορούς και την αυθεντική έκφραση συνέχειας της ελληνικής παράδοσης από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, δημιουργούν μια έξαρση στους συμμετέχοντες και τους κάνουν να νοιώθουν την ομαδικότητα. Τέλος, οι εθνολογικοί σύλλογοι που σκοπεύουν κυρίως στην ανάδειξη των χαρακτηριστικών του έθνους μας, μέσα από τη συλλογή, διατήρηση και προβολή αντικειμένων και μαρτυριών που φωτίζουν την ιστορία του.

Αν προσπαθήσουμε να διακρίνουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά αυτών των συλλόγων, θα μιλούσαμε για κοινές ενασχολήσεις και κοινές αγωνίες που αναδεικνύουν τα στοιχεία που αποτελούν την ιδιοπροσωπία μας και την ταυτότητά μας και που μας θυμίζουν τις ρίζες μας. Αυτοί οι σύλλογοι θα μπορούσαμε να χαρακτηριστούν «μουσεία της παράδοσης», με την έννοια της διατήρησης και της ανάδειξής της και όχι της στατικότητάς της. Μιας παράδοσης ζωντανής η οποία θα λειτουργήσει ως θρυαλλίδα που θα πυροδοτήσει το σπάσιμο των τειχών που υψώνει η παγκοσμιοποίηση εναντίον της. Αυτό θα γίνει μέσα από την επικαιροποίηση του μηνύματος και του περιεχομένου της.

Προστιθέμενη αξία από την λειτουργία αυτών των συλλόγων μπορούμε να θεωρήσουμε τη μάχη που δίνουν, ενάντια στον ατομισμό και τον κοινωνικό αυτισμό που βιώνουμε, ψάχνοντας για συντροφιά στις οθόνες των τηλεοράσεων και των κινητών. Τα μέλη των συλλόγων επιδεικνύουν μια ιδιαίτερη συντροφικότητα και αξιοπρόσεκτη συλλογικότητα που δεν συναντάμε εύκολα στις μέρες μας. Στους συλλόγους αυτούς υπάρχει άθροισμα κοινών θελήσεων που επιθυμούν την συμμετοχή σε κοινωνίες προσώπων και όχι σε άθροισμα ατομικοτήτων, όπως έχει επικρατήσει στην κοινωνία μας.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τη χαρά που δίνει στους συμμετέχοντες η συμμετοχή τους σε αυτούς τους συλλόγους. Ειδικά, στην εποχή των απόνερων των ετών της ψεύτικης ευμάρειας, των δανεικών που πέρασαν ανεπιστρεπτί, στην οποία οι χαρές είναι λιγότερες από τις λύπες, έχουμε μεγάλη ανάγκη αυτές τις «διαφυγές» από την αναπάντεχη και κουραστική καθημερινότητα.

Μεγάλη επιτυχία της στόχευσης αυτών των συλλόγων θα ήταν οι συμμετέχοντες να συνειδητοποιήσουν ότι, ως μέλη κάποιου υποσυνόλου (του συλλόγου) με κοινά χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως Κοινότητα, ανήκουν στο ενιαίο (ακόμα) σύνολο, το ελληνικό έθνος. Αυτά, βέβαια, τα υποσύνολα, πηγάζουν από το πρώτο κύτταρο, την οικογένεια, που ρόλος της (θα έπρεπε να) είναι η διατήρηση των χαρακτηριστικών του μεγάλου συνόλου, του έθνους.

Στη σημερινή αποικία χρέους, που λέγεται Ελλάδα, το πεδίο του πολιτισμού με το οποίο σχετίζονται οι προαναφερθέντες σύλλογοι μπορεί να αποτελέσει ένα τελευταίο ανάχωμα στη διατήρηση της ταυτότητάς μας και της ίδιας μας της υπόστασης ως έθνος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το μόνο σίγουρο είναι πως η αποτίμηση της λειτουργίας των Κοινοτήτων στην Ελλάδα, μόνο θετική μπορεί να είναι, με τα όποια αρνητικά της. Μόνο έτσι μπορούμε να επιβιώσουμε: όταν το κοινό καλό θα μπει πάνω απ’ το ατομικό συμφέρον.

Με την υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων της κάθε παρδαλής μειονότητας, ξεχάσαμε ότι υπάρχουν συλλογικά δικαιώματα και ότι κάποιοι είναι διατεθειμένοι να τα προφυλάξουν και να τα υπερασπιστούν. Υπάρχουν ορισμένοι που επιμένουν ελληνικά, που πιστεύουν σε σημαία και σταυρό, που δεν είναι εαυτοφοβικοί και δεν αναζητούν μανιωδώς τα φώτα της πεφωτισμένης «εσπερίας», διακατεχόμενοι από ένα είδος «κοσμοπολίτικου πιθηκισμού» που έλεγε ο Κονδύλης, αλλά τονίζουν και αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά του έθνους και του λαού τους. Κάποιοι που δεν θέλουν να σβηστεί η Ελλάδα από τον χάρτη, ούτε να χαθεί στην χοάνη της παγκοσμιοποίησης.

Αν λάβουμε υπόψη μας ότι κατά τα χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς οι Κοινότητες μαζί με την Εκκλησία αποτέλεσαν τον κυριότερο θεσμό πολιτικής και διοικητικής οργάνωσης αλλά και αντίστασης του υπόδουλου Ελληνισμού, μπορούμε να πούμε ότι στις μέρες της οικονομικής υποδούλωσης και της πολιτισμικής παρακμής που βιώνουμε η «λύση» μπορεί να έρθει πάλι μέσα από την αναβίωση του ρόλου των Κοινοτήτων. Ενορίες και Σύλλογοι, ας σαλπίσουν το εγερτήριο σάλπισμα που θα μας οδηγήσει στον  δρόμο για το μέλλον, δρόμο που περνά υποχρεωτικά από την επιστροφή στις ρίζες μας!

Παναγιώτης Κωστόπουλος

Αντίβαρο

Η αρχαία πόλις – κράτος ως πρότυπο της εκκλησιαστικής Πολιτείας

Πόλις

Η πόλις – κράτος κατά την αρχαιότητα, από γεωγραφικής απόψεως, ήταν η συνοίκηση σε ορισμένη εδαφικὴ επικράτεια μικρότερων οικισμών–κωμών, από οργανωτικής–πολιτικής απόψεως, όμως, αυτό που συνιστούσε την πόλη – κράτος ήταν η πολιτική οργάνωση και η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Η πολιτική αυτή συγκρότηση της αρχαιοελληνικής πόλεως-κράτους ήταν η βασική της διαφορά από άλλους παρόμοιους σχηματισμούς στην Ανατολή (π.χ. στους Σουμερίους).

Για να αντιληφθεί κάποιος την αξία που είχε για τον πολίτη η συμμετοχή στα κοινά αρκεί να γνωρίζει ότι, σύμφωνα με έναν νόμο που αποδίδεται στον Σόλωνα, «ο εν στάσει μηδετέρας μερίδος γενόμενος» χαρακτηριζόταν ως «ά-τιμος», εστερείτο δηλ. της τιμής του πολίτου, κατά συνέπεια των πολιτικών δικαιωμάτων, «αχρείος», δηλ. άχρηστος, και «ιδιώτης», λέξη που στην αγγλική της μεταφορά δηλώνει τον ανόητο (idiot). Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, εφ’ όσον η πόλις, κατά τον Αριστοτέλη, δημιουργήθηκε μεν «του ζην ένεκεν», ουσιαστικός της όμως ρόλος είναι η εκπλήρωση του «ευ ζην». Μόνον μέσα στην πόλη ο πολίτης ολοκληρώνεται, γίνεται «τέλειος», εκπληρώνει δηλαδή τον σκοπό («τέλος») της υπάρξεώς του (Αριστοτέλους Πολιτικά, 1252b30-1253a1).

Εξάλλου, η πόλις αποτελεί το «όλον», μέσα στο οποίον έκαστον «μέρος» επιτελεί την λειτουργία του, χωρίς να στερείται της μοναδικότητος και της ιδιαιτερότητός του (Αριστοτέλους Πολιτικά, 1253a20-25), πρβ. Α’ Κορινθίους, ΙΒ’ 12-27). Αλλά ούτε και η τριαδική ενότητα θίγεται από τις «διαιρέσεις», εκ μέρους των τριαδικών προσώπων, χαρισμάτων, διακονιών και ενεργημάτων στα επιμέρους ανθρώπινα πρόσωπα (Α’ Κορ. ΙΒ’ 4-6: «Διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε αυτό Πνεύμα· και διαιρέσεις διακονιών εισι, και ο αυτός Κύριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δε αυτός έστι Θεός»).

Αυτή η ενότητα και ταυτοχρόνως η διάκριση διακονιών ήταν χαρακτηριστική στην αρχαία πολιτεία (επώνυμος άρχων = πολιτικὸς ηγέτης, βασιλεὺς=θρησκευτικὸς ηγέτης, πολέμαρχος=στρατιωτικὸς ἡγέτης). Και μάλιστα στις αρχαιοελληνικές πολιτείες ο βασιλιάς κατά κανόνα δεν είναι κληρονομικάς αλλά αιρετός, θέτει δε τον εαυτό του στην υπηρεσία της πατρίδος του, κατά το παράδειγμα του Αθηναίου βασιλιά Κόδρου, που θυσιάζεται για χάρη των συμπολιτών του.

Υπό την έννοια αυτή του «τριλείτουργου», της τριπλής διακονίας, που δεν διασπά το όλον, αλλά το υποβοηθεί στην καλύτερη επιτέλεση των επιμέρους λειτουργιών του, η αρχαία πολιτεία υπήρξε η προτύπωση της εκκλησιαστικής πολιτείας, για την οποία επίσης πρότυπο αποτελεί η σχέση των προσώπων της μίας και συγχρόνως τριαδικής Θεότητος (Πατήρ – Υιός – Αγιο Πνεύμα), βάσει της οποίας έχουμε τα τρία λειτουργήματα του Χριστού (αρχιερατικό – προφητικό – βασιλικό), τις τρείς λειτουργίες (πνευματική-μορφωτική-κοινωνική) της Εκκλησίας, ως σώματος Χριστού, και τις τρεις διακονίες της κοινωνίας-πολιτείας (πνευματική- εκπαιδευτική-κοινωνικοπολιτική). Συνακόλουθα, μπορεί κανείς να αναφέρει τις τρεις λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής (λογική- συναισθηματική-βουλητική), τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των τριών μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας κ.ο.κ.

Η ενότητα, μάλιστα, αυτή των τριών διακονιών συμπεραίνεται από το γεγονός ότι ανέκαθεν στα χωριά της πατρίδος μας το σχολείο, η Εκκλησία και τα γραφεία της κοινότητος ευρίσκονται συνήθως στον ίδιο η σε παρακείμενους χώρους. Ανάμεσα στις δύο πολιτείες (αρχαιοελληνική και εκκλησιαστική), εξάλλου, δεν υπάρχει μόνον εξωτερική σχέση, σχέση ονομάτων, τα οποία η εκκλησιαστική κοινότητα τα δανείστηκε αυτούσια από την αρχαιοελληνική πρακτική («εκκλησία», «διακονία», «αντιλήψεις», «κυβερνήσεις», «πρεσβύτερος», «απόστολος», «ευαγγελιστής», «ορφανοτρόφος», «κουροτρόφος» κ.λπ.) αλλά κυρίως σχέση βαθύτερη, ουσιαστική.

Αυτή η βαθύτερη σχέση γίνεται κατανοητή από τη δημοκρατική διαδικασία, που εφαρμόστηκε στην αρχαία πολιτεία μέσω θεσμών, όπως λ.χ. τα θεωρικά, οι «λειτουργίες», οι κληρωτοί άρχοντες, οι λαϊκοί δικαστές, την οποία διαδικασία ακολούθησε και η εκκλησιαστική κοινότητα, με χαρακτηριστικώτερο παράδειγμα την δημοκρατική εκλογή των επτά διακόνων (Πράξεις ΣΤ’, 1-7), των ανθρώπων δηλ. εκείνων που θα ασχολούντο με την «διακονία των τραπεζών», την καθαρά δηλ. κοινωνική διακονία (οι άλλες δύο ήταν η «προσευχή»,  η πνευματική διακονία, και «η διακονία του λόγου», η μορφωτική διακονία, πρβ. Πράξ. ΣΤ’ 4).

Η ίδια επίσης δημοκρατική πρακτική εφαρμόστηκε από έναν Ρωμαίο μάλιστα μονάρχη, τον Μ. Κωνσταντίνο, κατά την προεδρία του στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο («κρατείτω η των πλειόνων ψήφος», Στ’ Κανών). Γίνεται επομένως φανερό ότι η αρχαία κοινότητα ως πρότυπο για την οργάνωση όχι μόνον της εκκλησιαστικής κοινότητας αλλά και όλων των μετέπειτα κοινοτικών μορφών (χωρία–κοινότητες στο Βυζάντιο, κοινότητες στην Τουρκοκρατία, σημερινά μοναστήρια) λειτούργησε και λειτουργεί, παρά την κατάργηση του θεσμού των κοινοτήτων από το επίσημο κράτος, ως συνεκτικός κρίκος τόσο για τα επιμέρους πρόσωπα όσο για ολόκληρη την κοινωνία προς σωτηρία του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας από τους πάσης φύσεως εχθρούς των.

Είναι, ως εκ τούτου, κατανοητό ότι η μόνη διέξοδος για το ξεπέρασμα και της σύγχρονης πολύπλευρης κρίσεως είναι η αναβίωση του θεσμού των κοινοτήτων, ξεκινώντας από την δημιουργία μικρών τοπικών πυρήνων, όπου θα εφαρμόζεται το πνεύμα των πρώτων αποστολικών κοινοτήτων, το πνεύμα δηλ. της αγάπης, της αλληλεγγύης, της κοινότητος των αγαθών και της κατανομής των αναλόγως των αναγκών των επιμέρους προσώπων (Πράξ, Β’ 44-45, Δ’ 32).

 

Φ. Γ.