Το τέρας της μετανάστευσης και της ανεργίας των νέων

Λέγεται πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα μεγαλύτερο από αυτό της νέας γενιάς που, επειδή δεν βλέπει καμία προοπτική για το μέλλον της, μεταναστεύει σε άλλες χώρες. Εν τούτοις, πιστεύω πως είναι ακόμη μεγαλύτερο το πρόβλημα των νέων που μένουν στην πατρίδα τους, είτε επειδή δεν θέλουν να φύγουν στο εξωτερικό, σε μία εποχή που ο ρατσισμός αυξάνεται συνεχώς, είτε επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα.

Τότε καταδικάζονται στην ανεργία, αρκετοί πριν ακόμη ξεκινήσουν τον επαγγελματικό βίο τους. Το γεγονός αυτό τους βυθίζει στην κατάθλιψη, αφού παύουν να νοιώθουν χρήσιμοι στην οικογένεια και στη χώρα τους. Όσον αφορά τώρα τις επιπτώσεις της ανεργίας στον άνθρωπο, υπενθυμίζω πως είναι οι εξής:

(α)  Φυσικές: Για παράδειγμα η απαξίωση των κεκτημένων δεξιοτήτων του ανέργου, η κοινωνική-πολιτισμική απομόνωση του και η απώλεια του βιοτικού επιπέδου του (φτώχεια). Σε πολλές περιπτώσεις επιδρά και στις επόμενες γενιές, επειδή τα παιδιά των ανέργων έχουν αρνητικές προϋποθέσεις για να αναπτυχθούν υγιώς.

(β)  Ψυχοκοινωνικές: Για τους περισσότερους ανθρώπους η εργασία αποτελεί έναν ψυχοκοινωνικό σταθεροποιητικό παράγοντα, ο οποίος καθορίζει τη δομή της καθημερινότητάς τους (πρόγραμμα) και τον κοινωνικό τους περίγυρο.

Στις πιο φτωχές χώρες, οι υλικές ανάγκες βρίσκονται στο προσκήνιο της ανεργίας, ενώ στις πλουσιότερες οι «ψυχοκοινωνικές» επιδράσεις της. Στα ψυχολογικά επακόλουθα προσμετρούνται η απογοήτευση (frustration), η απώλεια της ελπίδας, η μείωση της αυτοπεποίθησης (καταλυτικός παράγοντας, αφού προάγει την απώλεια της υπευθυνότητας του ατόμου, τόσο στους γύρω του, όσο και απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό),  καθώς επίσης η συνθηκολόγηση (resignation).

Επειδή η προσωπική επιτυχία και η κοινωνική αναγνώριση εξαρτώνται άμεσα από την επαγγελματική απόδοση, εκλείπει από τον άνεργο η επιβεβαίωση του περιβάλλοντός του. Άρα το κίνητρο (motivation) «επανόδου» του (restart), το οποίο πολύ δύσκολα μπορεί να αναπληρώσει μόνος του (με δική του «ενέργεια»).

Εκτός αυτού είναι το αντικείμενο κριτικής της Πολιτείας του, η οποία συχνά χαρακτηρίζει τους ανέργους τεμπέληδες για να αποφύγει τις δικές της ευθύνες, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα «διάκρισης» και άνισης μεταχείρισης των ανέργων. Το ίδιο συμβαίνει και σε επίπεδο κρατών, όπως σήμερα όπου, οι πλεονασματικές χώρες της ΕΕ, για να αποφύγουν τις δικές τους ευθύνες, κατηγορούν τις ελλειμματικές για κακή οργάνωση, οκνηρία, φοροδιαφυγή κλπ, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα «φυλετικών διακρίσεων», ρατσισμού δηλαδή με «ολοκληρωτική» χροιά.

Οι ψυχολογικές συνέπειες της ανεργίας είναι πάρα πολλές, μεταξύ των οποίων το υπερβολικό άγχος (stress), η κατάθλιψη, οι εξαρτήσεις από διάφορες ουσίες, τα συμπλέγματα, η απελπισία, η απώλεια της χαράς της ζωής, καθώς επίσης ο αυξημένος κίνδυνος αυτοκτονίας.

Ειδικά όσον αφορά τους νέους, η ανεργία τους στερεί επί πλέον το μέσον για την αναζήτηση και την εξεύρεση της ταυτότητάς τους. Τέλος, η υψηλή ανεργία έχει αρνητικά επακόλουθα και για τους εργαζομένους, αφού ο φόβος απώλειας της θέσης εργασίας τους δημιουργεί φόβους και ισχυρές ψυχολογικές πιέσεις.

(γ)  Σωματικές: Οι πιθανότητες απώλειας της υγείας αυξάνονται ανάλογα με τη διάρκεια του χρόνου παραμονής ενός ατόμου στην ανεργία. Οι άνεργοι έχουν τετραπλάσιο ρίσκο επιδείνωσης της υγείας τους, σε σχέση με τους εργαζομένους. Σύμφωνα με μία επίσημη έρευνα, οι άνεργοι άνδρες παραμένουν στα νοσοκομεία το διπλό χρονικό διάστημα από τους εργαζομένους (οι γυναίκες 1,7 φορές), ο προσδοκώμενος χρόνος ζωής μειώνεται ανάλογα με τη διάρκεια της ανεργίας που έχει προηγηθεί, ενώ υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες, οι οποίες συσχετίζουν την ανεργία με την εμφάνιση επικίνδυνων ασθενειών.

Τα παιδιά ανέργων γονέων επιβαρύνονται ιδιαίτερα, όσον αφορά την νοητική τους ανάπτυξη, καθώς επίσης την «γλωσσολογική» τους πρόοδο. Απέναντι στην ανεργία αντιδρούν συχνά με δειλία και συνθηκολόγηση, ενώ διακρίνονται από μειωμένη αυτοσυγκέντρωση, από έντονα προβλήματα συμπεριφοράς και από συναισθηματική αστάθεια. Όλα αυτά τα αρνητικά συμπτώματα εμφανίζονται κυρίως στα παιδιά γονέων με περιορισμένη μόρφωση, ενώ τα άτομα με υψηλή μόρφωση μπορούν να ανταπεξέλθουν πολύ καλύτερα με όλους τους προβληματισμούς που συνεπάγεται η ανεργία.

Συνεχίζοντας, πριν από έναν περίπου χρόνο η Ελλάδα βρισκόταν ένα βήμα πριν την έξοδό της από την Ευρωζώνη. Εκείνη την εποχή ο πρωθυπουργός υποχώρησε άτακτα, μετατρέποντας το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος σε ΝΑΙ. Το σημαντικότερο επιχείρημά του ήταν πως η κατάσταση της χώρας θα μπορούσε να γίνει χειρότερη.

Εγώ βρήκα το επιχείρημα πολύ αδύναμο, αφού γνωρίζω πως οι οικονομικές κρίσεις δεν λύνονται ποτέ χωρίς διαγραφή χρεών και υποτίμηση του νομίσματος. Ακόμη περισσότερο, όσο πιο γρήγορα αποφασιστούν αυτές οι ενέργειες, τόσο το καλύτερο για τη χώρα και για εκείνους τους δανειστές της που δεν επιδιώκουν την υποδούλωση και την κατοχή της.

Αντί όμως η Ελλάδα να αποδεχτεί το αναπόφευκτο, τη χρεοκοπία της χωρίς να φοβηθεί τυχόν έξοδό της από την Ευρωζώνη, επέλεξε τη μαζική έξοδο των μορφωμένων κυρίως νέων της, άρα τον αργό θάνατό της μέσω της μετανάστευσής τους. Ταυτόχρονα αποδέχτηκε την καταδίκη των υπολοίπων νέων της και όχι μόνο στην ανεργία, για να μην υποχρεωθεί στην οδύνη της χρεοκοπίας!

Έτσι έδιωξε σχεδόν 500.000 παιδιά της στο εξωτερικό, αυτή τη φορά τα μορφωμένα σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες (δεκαετίες του 1920 και του 1960), οδηγώντας στην κατάθλιψη έναν τουλάχιστον ίδιο αριθμό στο εσωτερικό της, «για να μην γίνουν όλα χειρότερα».

Τι θα μπορούσε όμως αλήθεια να γίνει χειρότερο, από αυτό που ζούμε σήμερα; Γιατί είναι καλύτερη η επιλογή του θανάτου της χώρας μέσω της μετανάστευσης και της ανεργίας των νέων, από τη χρεοκοπία; Γιατί να μην πάρουμε το ρίσκο και ό,τι προκύψει, αντί να αργοπεθαίνουμε; Γιατί να δεχόμαστε τους εξευτελισμούς των ξένων; Για να μην απειληθεί το βιοτικό μας επίπεδο που έτσι και αλλιώς καταρρέει;

Δεν οφείλουμε να αντιδράσουμε για να προστατεύσουμε τα παιδιά μας και στην πατρίδα μας; Δεν γνωρίζουμε όλοι και όλες πού οδηγεί η δειλία; Αξίζει να θυσιάζουμε την εθνική μας κυριαρχία, τις σημερινές και τις επόμενες  γενιές των Ελλήνων στο βωμό της γερμανικής Ευρώπης;  Εάν ναι, με ποια λογική και με ποια προοπτκή; Αν μη τι άλλο, δεν πρέπει να δώσουμε σε αυτό κάποια συγκεκριμένη απάντηση;

 

Σερένα Νομικού

www.analyst.gr

Οι βαθύτερες αιτίες της εξέγερσης των παιδιών

Αυτό είναι το σημείο καμπής, όπου η μετανεωτερική κοινωνία, έχοντας φτάσει στο τέλος της, παραδόθηκε αμαχητί στον πειρασμό του ναρκισσισμού, ο οποίος, είναι γνωστό, αναπτύσσεται σε κάθε ιστορικό επίλογο. Καθρεφτίστηκε μελαγχολικά στον εαυτό της και, αυτό κάνοντας, αναγνώρισε την εποποιία των σκουπιδιών -το είναι της. Εκδήλωσε κάποιες τύψεις για τους τόνους των πυρηνικών και χημικών αποβλήτων που άδειαζαν οι εταιρείες στα ποτάμια της Αφρικής και επέβαλε στους ηθοποιούς του Χόλιγουντ την υποχρέωση να υιοθετούν παιδάκια από τις σπαρασσόμενες χώρες της διακεκαυμένης ζώνης· ο Μπραντ Πιτ και η Αντζελίνα Τζολί θέλουν ή έχουν 14 -να τους ζήσουν! Φαγητό, κακά, νάνι, φημισμένα ιδιωτικά σχολεία, τι άλλο να προλάβουν οι δύο στοργικοί γονείς; Ας ελπίσουμε ότι υπάρχουν αρκετοί οικιακοί βοηθοί για να κατεβάζουν τα σκουπίδια.

Ολόκληρη η Δύση ψεκάζει με αποσμητικά. Τα σκουπίδια είναι τώρα γι’ αυτήν το μείζον αντικείμενο αγάπης/μίσους, είναι ο αφρός της, ποθητός και συνάμα πανταχού παρών, διαφιλονικούμενος κι εντούτοις δωρεάν. Η καταναλωτική κοινωνία λειτουργεί λες και η σταθερή ημερήσια παραγωγή σκουπιδιών συνιστά το βασικό της κίνητρο και συνάμα τον μηχανισμό της εθιμοτυπίας της. Παγκοσμιοποίηση ήταν η μετατροπή του πλανήτη σε απορριμματοφόρο, για να μην πούμε και για τα διαστημικά σκουπίδια στη στρατόσφαιρα. Οι Αμερικάνοι πετούν, καθημερινά, στα σκουπίδια δέκα εκατομμύρια αναπτήρες· όμως, στον κόσμο της ολικής αντιστροφής, δηλαδή στον κόσμο μας, αυτό είναι απλός αναχρονισμός: απεναντίας, κακόγουστα σκουπίδια από τιτάνιο και πλατίνα αξίας διακοσίων χιλιάδων δολαρίων φιγουράρουν στις μεταμοντέρνες γκαλερί του Μπέβερλι Χιλς, όπου τη θέση των σκουπιδιών έχουν καταλάβει τα χρήματα, τα τσεκ. Μέχρι και οι βομβαρδισμοί χωρών του Τρίτου Κόσμου, και ακριβώς σε πείσμα του ότι τα υπερόπλα αποτελούν το άνθος της τεχνολογικής ανάπτυξης, σχεδιάζονται σαν γιγάντιας κλίμακας εκκενώσεις απεμπλουτισμένου ουρανίου στις ερήμους και στους βυθούς, ύστατη ανακούφιση της υπερπαραγωγής απ’ το άγχος του πλεονάσματος.

Σ’ αυτή την αντίφαση υπακούει η διφορούμενη στάση μας, καθώς ζούμε παγιδευμένοι στην προϊούσα σύγκλιση περιττού και περιζήτητου, είτε πρόκειται για γνώση, είτε για εμπόρευμα, είτε για τον ίδιο τον χρόνο. Εξάλλου, το ότι αναδύονται αντιφάσεις αναγγέλλει την πιο ευχάριστη απόδειξη του ότι δεν είμαστε θεοί. Αρα, λίγη ταπεινοφροσύνη δεν θα έβλαπτε.

Φέρ’ ειπείν, εν ονόματι εκείνου που ονομάζουν «ανάπτυξη», δρόμοι όλο και πιο άνετοι, όλο και πιο φαρδείς, όλο και πιο σωστά σηματοδοτημένοι, μας οδηγούν σε κάποιον επαρχιακό προορισμό όλο και πιο γρήγορα, και ακόμη πιο γρήγορα, και πιο γρήγορα, και το ζήτημα είναι να πηγαίνεις απ’ την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη σε δέκα λεπτά, μολονότι κανένας δεν μπορεί να αιτιολογήσει την τυφλή, τη μανιακή αφοσίωση στο δόλωμα μιας τέτοιας πανικόβλητης μετακίνησης που τείνει να γίνει ακαριαία. Σκανδαλωδώς αναπάντητο μένει το ελατήριο, το γιατί (νιώθουμε ότι πρέπει) να ταξιδεύουμε όλο και γρηγορότερα, ειδικά τη στιγμή που η ηθική (και οικονομική εδώ που τα λέμε) αξιοπιστία όλων ανεξαιρέτως των εκκρεμουσών υποθέσεων φθίνει. Μπορούμε τουλάχιστον να παρατηρήσουμε ότι η μύχια αντίληψη του τοπίου εκμηδενίζεται: η κάποτε υπέροχη χρωματική ύφανση της υπαίθρου είναι τώρα το απορριμματικό κατάλοιπο της επιτάχυνσης. Με τον ίδιο τρόπο, το στοχαστικό και αισθαντικό τοπίο της γνώσης είναι το κατάλοιπο της υπερταχείας απόκτησης πτυχίων.

Ετσι, ένα σύνθημα όπως το ΖΗΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ παύει να παραπέμπει, έστω νοσταλγικά, σε περιόδους ευφορίας σαν τον παρισινό Μάη και γίνεται κεντρικό, επιθετικό σλόγκαν της Vodafone. Σε αντίθεση με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, οι διαφημιστές καταλαβαίνουν εγκαίρως τι είναι εκείνο που λείπει: η παλιά, πηγαία ζωή της αυθεντικής επικαιρότητας. Ούτε στην παιδεία, ούτε στο ταξίδι, ούτε στην καλλιέργεια της γης αφομοιώνουμε πλέον τη στιγμή, αλλά η στιγμή είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να πεταχτεί στη χοάνη της αχρηστίας το ταχύτερο, να σβηστεί και να ξεχαστεί. Το πένθος της κάθε στιγμής, της κάθε ώρας, της κάθε μέρας, της κάθε χρονιάς, το μετείκασμά της στην επόμενη και στη μεθεπόμενη, αντιμετωπίζεται σαν κάτι το αδιανόητο. Η επερχόμενη στιγμή πρέπει να είναι πάντοτε καινούρια, σαν προϊόν που θα πουληθεί.

Οσο για την Αριστερά, και αναφέρομαι στην Αριστερά που δείχνει επιτέλους να ξέρει από πού έρχονται τα χελιδόνια την άνοιξη, εκείνο που πρωτίστως και με ανυποχώρητο φανατισμό αποφεύγει να θίξει είναι ο φιλοσοφικά συζητήσιμος χαρακτήρας της αμήχανης συναίνεσής της σ’ αυτή την εξέλιξη, διότι η απάντηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ενοχοποιητική: φτάσαμε ώς εδώ ειδικά προσπερνώντας τη στιγμή, σαν ψυχικό αγκυροβόλιο του ανθρώπου και διαγράφοντάς την· τα καταφέραμε πιστεύοντας ότι η ζωή όχι μόνον δεν πρέπει να επιδιώκει την απεριόριστη διαπλάτυνση του αθρόου συμβάντος, τόσο σημαντικού άλλωστε για τη βαθμιαία συνειδησιακή αναπροσαρμογή των παιδιών και των εφήβων, αλλά οφείλει να εξαντλείται στη στρατηγική και στο «ορθολογικό» ξετύλιγμα πενταετών πλάνων, χώρια τα ανδραγαθήματα στην παπαγαλία, που ευφραίνουν τους καθοδηγητές. Η στιγμή της τωρινότητας κρίθηκε άχρηστη, διότι η απόλαυσή της ήταν ψυχικής τάξης. Ηδη το ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ! είχε γίνει πριν από λίγα χρόνια διαφημιστικό σλόγκαν ενός διάσημου αναψυκτικού, όταν έφηβοι-πρότυπα, εκτελώντας δύσκολες φιγούρες πάνω στο σκέιτ, απολάμβαναν τη στιγμή συμμετέχοντας μέσω φαντασιακών εκφορτίσεων αδρεναλίνης στην εκσπερμάτιση των φυσαλίδων του ανθρακικού. Οι διανοούμενοι θεώρησαν αυτή την πλαγίως διοχετευόμενη ενέργεια σπατάλη, την υποτίμησαν: κανείς δεν βρέθηκε να τη συσχετίσει με το αίτημα μιας εξέγερσης ενάντια στη δικτατορία μιας τεχνολογίας που είχε καταστήσει το παρόν ανυπόφορο· σερφάροντας, τα παιδιά κυνηγούσαν τον φωτοστέφανο της στιγμής που αιωνίως διαφεύγει.

Απέναντι σ’ αυτή την υφαρπαγή της αυθεντικότητας της εμπειρίας, η Αριστερά είχε μείνει εξαρχής απαθής, απορροφημένη από τον γρίφο των εσωκομματικών ισορροπιών. Ακόμη σήμερα, συμφωνεί με τους υπόλοιπους, είτε πρόκειται για τα ακαδημαϊκά στελέχη, είτε για τον Μπαράκ Ομπάμα, είτε για τις πολυεθνικές που διαφημίζουν τα προϊόντα τους μ’ έναν υπερθεματισμό της αξίας τού «αύριο», στο ότι επιβάλλεται να στραφούμε αποκλειστικά προς το μέλλον, δίχως αλληλεπίδραση με το εκκρεμές πένθος των βιωμάτων του παρελθόντος, τα οποία ματαίως περιμένουν να τα μετατρέψουμε σε διδάγματα. Και για την Αριστερά, λοιπόν, η θέση του αιτήματος ΖΗΣΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ είναι ήδη κατειλημμένη απ’ το απατηλό πνεύμα της «επικοινωνίας» αλά Vodafone, με αντιπαροχή το πολυθρύλητο ΚΟΙΤΑΖΩ ΜΠΡΟΣΤΑ και τις συναφείς μετωνυμίες του σημείου φυγής, όπου μετακυλίονται όλες οι υπεσχημένες ανταμοιβές της μελλοντολαγνίας. Αντί να ζήσουμε τη στιγμή, παρατείνοντάς την, αντιληφθήκαμε το ζην ως κάτι το στιγμιαίο.

Κοντολογίς, η εποχή, η γενική τάση, πίεζε να συλλάβουμε το ζην ως την αέναη διαδοχή εκείνου που έπαψε να υφίσταται (παρελθόν) κι εκείνου που δεν έφτασε ακόμη (μέλλον), σαν σε παρωδία του αριστοτελικού ορισμού του παρόντος. Καταλήξαμε, συνεπώς, στο ζωή= μηδέν, όπως ας πούμε στην εκπαίδευση, όπου η ζωή, η πραγματική ζωή που έπρεπε να ρέει ανάμεσα στις ψυχικές μαρμαρυγές των προσώπων μεγεθύνοντάς τες, συγχέεται σκόπιμα με τη ζωή ως συνεσταλμένο λειτουργικό μέγεθος που μελετάται απ’ τη βιολογία: «Η ζωή», γράφει ο Ζακ Τεστάρ, και με το δίκιο του, «είναι ένα θανάσιμο νόσημα που μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή». Μπείτε στο κύτταρο, σύντροφοι. Αυτό θα είναι, στο μέλλον, το στρατηγείο μας. Ηδη οι διασπάσεις των ομάδων θυμίζουν φράκταλ.

Οταν αναφερόμαστε στην αίσθηση του τέλους της Ιστορίας (και όχι βέβαια με την αφελή έννοια που δίνει ο Φουκουγιάμα), εννοούμε αυτή την άμβλυνση της μνήμης των αλληλοδιαδοχικών παρόντων, που έχασαν την τρισδιάστατη υφή τους. Μια παρόμοια άμβλυνση είναι, για τον ψυχισμό των παιδιών, εξουθενωτική. Φωτογραφίζοντας με τα κινητά τους τηλέφωνα το κάθε τετριμμένο στιγμιότυπο, τα παιδιά παύουν να θεωρούν τη στιγμή του παρόντος σαν τον τόπο όπου αίρεται η άρθρωση παρωχημένου/επικείμενου ώστε να επιτραπεί η εμβάθυνση των διαπροσωπικών σχέσεων, και υποχρεώνονται να μεταθέσουν τα συναισθήματά τους είτε στο παρελθόν (στο αρχείο) είτε στο μέλλον (στο ψυγείο), ενώ οι υπαινιγμοί των ταινιών του σινεμά γύρω απ’ την παλιά ρομαντική πίστη ότι «το παρόν διαρκεί όσο ένα ερωτικό φιλί» τους φαίνονται αδιάφοροι ή ευτράπελοι.

Ετσι, απ’ την πλευρά της, με ελάχιστες παραφωνίες, η Αριστερά δυσκολεύεται να καταλάβει ότι, αν τα παιδιά δυσανασχετούν και εξεγείρονται, δεν είναι διότι τους κλέβουν το μέλλον, όπως το θέτει λ.χ. ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά διότι τους κλέβουν το παρόν, τους κατάσχουν την εφηβεία, απομακρύνοντάς τα απ’ το σημείο βρασμού των συμβάντων και αφαιρώντας τους τη δυνατότητα μιας ζωηρής συμμετοχής στον ενεστώτα των συγκινήσεων. Μέχρι και τα σπασικλάκια γκρινιάζουν για την έλλειψη χρόνου. Σχολείο, φροντιστήρια, βίντεο, SMS, Ιντερνετ, ερωτικές σχέσεις, συναισθηματικές διευθετήσεις, αλληλεγγύη, οικογένεια, σπορ, τα πάντα διεκπεραιώνονται μάλλον παρά συμβαίνουν, τα πάντα συνιστούν παράλληλα, ασύνδετα αθροίσματα και όχι διαλεκτικές αλληλουχίες γεγονότων -και μάλιστα διεκπεραιώνονται όλο και ταχύτερα, όλο και πιο ανώδυνα, όλο και πιο άψυχα, δίχως αντήχηση και δίχως σαφή, εντυπωμένα, επιβλητικά αναμνησιακά ίχνη. Περί αυτού πρόκειται: καθώς η ζωή τους γίνεται το βασικό απόβλητο, τα παιδιά πεθαίνουν από πλήξη1.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, ξέρουν, ενστικτωδώς, ότι μια τέτοια πλήξη δεν αποτελούσε συστατικό της δυστυχίας των πατεράδων· οι τελευταίοι μπορεί να πείνασαν ή να στερήθηκαν κοινές απολαύσεις, όμως μετείχαν σ’ ένα φάσμα πραγματικότητας απείρως λιγότερο περιορισμένο. Ωστόσο οι πολυάσχολοι πατεράδες δεν είναι διαθέσιμοι σε αναπολήσεις και αναδρομές· είναι υπερβολικά (αλλά και βολικά) αφοσιωμένοι στο κυνήγι του επιούσιου, ανεξαρτήτως του αν ο επιούσιος συμπίπτει με το νέο μοντέλο της BMW. Το πολύ πολύ να μιλήσουν για το ματς της Κυριακής, όμως είναι ηλίου φαεινότερο ότι το παιδί δεν χρειάζεται τη συντροφιά ενός επιπλέον φίλου αλλά μάλλον έναν πατέρα, δηλαδή κάποιον εν ονόματι της λογικής και ηθικής υπευθυνότητας του οποίου θα μπορέσει να διακρίνει ανάμεσα στα εφήμερα κέρδη ενός δοκιμαζόμενου εγωισμού και στις γλυκύτητες της συμπόνιας, για τις οποίες τόσοι και τόσοι ειρωνεύτηκαν τόσους και τόσους κατά καιρούς -και ο πατέρας αυτός απουσιάζει. Λυπάται κανείς, όμως δεν εκπλήσσεται, στη σκέψη ότι μια τέτοια θεωρία των βαθύτερων αναγκών δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να ‘χε απασχολήσει τον μαρξισμό. Μαρξιστές και θεωρητικοί του φιλελεύθερου καπιταλισμού συμφωνούσαν ανέκαθεν ότι το ζήτημα είναι αποκλειστικά οικονομικής τάξης κι ότι ο άνθρωπος ήταν απλώς ένα πρόσχημα, ένα μέσο, για να κινείται το κεφάλαιο εδώ κι εκεί διαβρώνοντας τον χωροχρόνο των αριθμών και των δανείων. Η ζωή εξοφλείται με δόσεις.

Κτηνοτρόφοι και γονείς που εκτρέφουν παιδιά πρέπει να μοιραστούν τις επιδοτήσεις από το Πλαίσιο Στήριξης.

Οι αγρότες μισούν τις υποσχέσεις και τα παιδιά δεν αντέχουν να ζουν στον μέλλοντα, πόσω μάλλον τον τετελεσμένο, όπως στις δημοσκοπήσεις. Καλλιεργώντας τα σκουπίδια, περιμένοντας τη συγκομιδή, αναρωτούνται, όπως κι εμείς εξάλλου, αν το μέλλον θα χωρέσει τα φορτία του ανακυκλούμενου παρελθόντος· η ανακύκλωση δεν αφήνει πίσω της τίποτα. Το παρόν είναι η χωματερή του μέλλοντος.

Καταργείται άρα και το δικαίωμα στην τεμπελιά και στον ρεμβασμό, που αντιπροσωπεύει την ουσία της παιδικότητας. Το μέλλον είναι το παρόν εν ώρα εργασίας. Απεναντίας, το παρόν εν ώρα αναπαύσεως είναι αληθώς ο εαυτός του, αλλά τέτοιου είδους χαρές έχουν χαθεί απ’ το προσκήνιο. Μιλάω για το παρόν που στοιχειοθετείται ανάμεσα στο «θέλω» και το «δεν έχω», το παρόν της επιθυμίας ως υποκειμενικότητας που καίει. Οι έφηβοι, φέρ’ ειπείν, συνειδητοποιούν τη φρικίαση του παρόντος λίγο πριν απ’ τις εξετάσεις, όταν οι προσταγές τούς επιβάλλουν εμφατικά «να σκεφτούν το μέλλον τους». Ομως δεν έχει σημασία το να χάσεις το λεωφορείο, παίρνεις το επόμενο· δεν έχει σημασία το αν θα σε παρατήσει το κορίτσι σου, βρίσκεις το επόμενο, δεν έχει σημασία το να αποτύχεις σε ένα τεστ, θα περάσεις το επόμενο, όλα παραπέμπουν στην αμέσως επόμενη εκδοχή του εαυτού τους μέσα σε κλίμα επιταχυνόμενης ανταπόκρισης και συνάμα αδιαφορίας. Δεν έχει σημασία κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα στο κινητό, θα λάβεις το επόμενο. Αυτή η απάθεια είναι, ενδεχομένως, κατά ένα μέρος υποκριτική, σαν εξωτερίκευση της αμηχανίας που παράγεται ως ψυχικό κατάλοιπο απ’ την αυτόματη προσαρμογή στο στιλ της εποχής· ίσως πάλι δηλώνει προϊούσα, γνήσια παραίτηση από το ενδιαφέρον των σημασιών, αφού αυτές οι τελευταίες μόνον ενδιαφέρουσες δεν είναι. Οποιος λοιπόν υπερασπίζεται με ειλικρίνεια τα παιδιά, οφείλει να παραδεχθεί πως αυτή η παραίτηση είναι δικαιολογημένη. Δεν μας μιλάνε όχι διότι δεν τους ακούμε αλλά επειδή δεν τους απευθύνουμε καν τον λόγο. «Διάβασες;» «Εφαγες;» Κι εκεί τελειώνει.

(Συνεχίζεται.)

  1. Θυμάμαι τη ζωή στον Ναυτικό Ομιλο της Κέρκυρας στη δεκαετία του ’60, όπου 10 έως 15 παιδιά, σε όλες τις βαθμίδες της εφηβείας, ζούσαμε μια πλήρη, περιπετειώδη ζωή, στις παραλίες, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Με πρόσχημα την ιστιοπλοΐα είχαμε αφήσει τους εαυτούς μας να υιοθετηθούν απ’ την ίδια τη θάλασσα – πρώτοι έρωτες, φιλίες, τσακωμοί, σκασιαρχείο, όλων των ειδών τα παιχνίδια, μάθημα αγγλικών με τους τουρίστες, ακόμη και προσωρινή εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας, όλα περνούσαν από κει, ήταν το θέατρο των συμβάντων. Σε μια επίσκεψη που έκαναν 35 χρόνια αργότερα είδα παιδιά που δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους, να κατεβαίνουν στον όμιλο με το αυτοκίνητο, συνοδευόμενα απ’ τους γονείς τους και κρατώντας ένα σακ βουαγιάζ με την επώνυμη φόρμα, άλλαζαν σιωπηλά ή βαριεστημένα και έκαναν προπόνηση για δύο ώρες, μέχρι να ξανάρθει το αυτοκίνητο και να αποχωρήσουν, με τρόπο εξίσου μοναχικό, για την επόμενη προγραμματισμένη ενασχόληση. Ρώτησα τον Κώστα Πρίφτη, έναν παλαίμαχο φίλο μου, αν υπήρχε εκεί πέρα έρωτας, εννοώντας έρωτας για τη θάλασσα, για τις παρέες, για το καλοκαίρι κ.λπ. Μου απάντησε, το θυμάμαι ακόμη: «Αυτό ξέχνα το!».

 

Ευγένιος Αρανίτσης

Ελευθεροτυπία

 

Από τον χρυσό αιώνα μέχρι σήμερα

Ένα Ελληνόπουλο  της αρχαίας εποχής, όταν έβγαινε  στη ζωή είχε έναν οπλισμό παιδείας και μ’ αυτή την ηθική πανοπλία επεδίωκε να νιώσει τη ζωή και να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Το ίδιο βέβαια επαναλαμβάνεται σε κάθε εποχή, αλλά ας δούμε εδώ τι συνέβαινε εκείνα τα χρόνια.

Ο κάθε νέος ανήκε σε μια πόλη – κράτος και αυτά τα μικρά κρατίδια βρίσκονταν σε διαρκή ανταγωνισμό με ακήρυκτους και κηρυγμένους πολέμους. Έτσι ο νέος μας έβγαινε στη ζωή με μια στενή, πολύ στενή εθνικιστική ιδέα, που τροφοδοτούσε με ένταση το πατριωτικό φιλότιμο. Όταν ο Περικλής λ.χ. επαινούσε τους θανατομένους εθνικούς ήρωες για το «εύψυχον», όλοι ήξεραν ότι αυτά τα παιδιά σκοτώθηκαν πολεμώντας τους Μεγαρείς και τη μια πολιτική μερίδα των πολιτών του Αστακού. Ούτε οι μεν ούτε οι δε απείλησαν την ελευθερία των Αθηναίων, οι Αθηναίοι όμως με την καθοδήγηση του Περικλή ήθελαν να επιβάλλουν τη δύναμή τους και το πολίτευμά τους σ’ αυτές τις περιοχές. Αυτό εξυπηρετούσε τα γεωπολιτικά σχέδια της Αθήνας του Περικλή. Και αυτό το έλεγαν όλοι οι Αθηναίοι, δόξα της Αθήνας, σωτηρία της πατρίδας.

Ακόμη ο νέος του χρυσού αιώνα είχε σε μεγάλη υπόληψη το δημοκρατικό «πολίτευμα» που ήταν για την ακρίβεια σύμφωνα μ’ έναν ορισμό του Πλάτωνα «αριστοκρατία μετ’ ευδοξίας πλήθους» δηλαδή να κυβερνούν οι ικανότεροι, αλλά σύμφωνα με την κρίση των περισσοτέρων. Ήταν δηλαδή ένα πολίτευμα, που έβαζε μέσα στις εξουσίες περισσότερους πολίτες απ’ όσους έβαζαν άλλα πολιτεύματα στην Ελλάδα. Βέβαια οι θήτες είχαν πολύ περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα*, συναθροίζονταν όμως στην Εκκλησία του Δήμου, που λειτουργούσε κυρίως σε περιπτώσεις, που έπρεπε να αποφασίσουν για πόλεμο η ειρήνη, επειδή φυσικά ήταν  πολύ χρήσιμη σ’ αυτά η πολυπληθής τάξη των θητών.

Οι άλλες τάξεις είχαν αναβαθμισμένα πολιτικά δικαιώματα, αλλά πάντοτε μέσα στα όρια της τάξης του ο καθένας έβαζε τους στόχους του. Οι μέτοικοι, που ήταν πάρα πολλοί και αξιόλογοι τεχνίτες, έμποροι και διανοούμενοι, δεν πολιτογραφούνταν στους καταλόγους των Αθηναίων πολιτών. Το ίδιο συνέβαινε με τους «νόθους» και από το 451 και μ’ αυτούς που είχαν μάννα όχι Αθηναία, τους «μητρόξενους». Ενώ δηλαδή όλοι συνέβαλλαν στις πολεμικές επιχειρήσεις της δημοκρατίας, λίγοι μοιράζονταν τα άφθονα λάφυρα, τις διευκολύνσεις (όπως οι κληρουχίες) και τη διοίκηση. Στις μάχες κατά των Μεγαρέων λ.χ. συμμετείχαν και 3000 μέτοικοι Αθηναίοι.

Αυτή  ήταν η εικόνα της πατρίδας, που  είχε στον νου και στην καρδιά του  ο κάθε νέος της Αθήνας, που έβγαινε στη ζωή. Γι’ αυτό και στην οικογένεια, που θα έφτιαχνε σε λίγο, εφάρμοζε το ίδιο ήθος. Η γυναίκα είτε σύζυγος είτε κόρη είτε ακόμη και μάννα ήταν στερημένη σχεδόν από κάθε δικαίωμα όχι μόνο στην πολιτική και κοινωνική αλλά και στην οικογενειακή ζωή. Είναι πολύ γνωστό το μανιφέστο θάλεγε κανείς για τη θέση της γυναίκας του χρυσού αιώνα στο πρώτο επεισόδιο της Μήδειας.

Αυτή  ήταν η εικόνα της πατρίδας, που είχε ο κάθε νεαρός Αθηναίος που έβγαινε στη ζωή, για να κατακτήσει την ευτυχία του, να πραγματοποιήσει ο,τι θεωρούσε προορισμό του.

Οι  νέοι των κατωτέρων τάξεων έπρεπε από πολύ νωρίς να εξασκηθούν σε κάποιο επάγγελμα, για να ζήσουν. Οι γόνοι των ευγενών οικογενειών ζούσαν από τον ίδρωτα των δούλων, ενώ οι ίδιοι ασχολούνταν με τη διοίκηση και με τα πολεμικά. Καταλαβαίνουμε ύστερ’ απ’ αυτά πως διαμορφωνόταν η συμπεριφορά των Αθηναίων απέναντι στις άλλες πόλεις, ακόμα και σ’ αυτές που τις έλεγαν συμμαχικές. Ακόμα καταλαβαίνουμε γιατί η λογοτεχνία που εκφράζει περισσότερο φιλοσοφία της Αθηναϊκής δημοκρατίας είναι η τραγωδία. Και φαίνεται ανεξήγητο και αντιφατικό μέσα στις ένδοξες, πολεμικές επιτυχίες και τον πλούτο, που συνέρρεε στην Αθήνα ν’ ακούγονται οι αμυγές (;) των ηρώων της τραγωδίας μέσ’ από τα υπαίθρια Αθηναϊκά θέατρα. Η αγωγή, που έπαιρναν οι νέοι της Αθήνας ήταν κυρίως ο Όμηρος. Οι φτωχότεροι αρκούνταν στην ανάγνωση και γραφή και κάποιες μουσικές γνώσεις, ακόμα από ακούσματα μυούνταν στις λαϊκές παραδόσεις.

Ο Όμηρος με την Ιλιάδα καλλιεργούσε στους νέους την πολεμική αρετή με λίγα ανθρωπιστικά στοιχεία. Με την Οδύσσεια όμως διδασκόταν τον αντίλογο, την προβολή δηλαδή των ιδανικών της οικογένειας και της θρησκείας. Έτσι λειτουργούσε η διαλεκτική της λαϊκής φιλοσοφίας. Ο νέος διδασκόταν να προβάλλει αδίστακτα την πολεμική του αρετή, που του έδινε τη δόξα και τον πλούτο των λαφύρων. Μάθαινε όμως ότι κάποτε θα ωρίμαζε και θα αποζητούσε άλλες αρετές, όπως της προσωπικής σχέσης, της οικογένειας, της δικαιοσύνης, της θρησκευτικής λατρείας· και αυτά όλα τα διδάσκει η Οδύσσεια.

Η δεκάχρονη περιπλάνηση του Οδυσσέα μέσ’ από τόσους πειρασμούς, γλυκούς και πικρούς, με σταθερό στόχο την επάνοδο στην οικογένεια, ο θρίαμβος της δικαιοσύνης με τη μνηστηροφονία, η δόξα της συζυγικής τιμιότητας με την αντίσταση της Πηνελόπης, το φιλότιμο του αρσενικού παιδιού με τον Τηλέμαχο και προπαντός η αυστηρή ευσέβεια του Οδυσσέα, που δεν έφυγε απ’ τα βόδια του Ήλιου, όπως έκαναν οι «νήπιοι» σύντροφοί του, όλα αυτά ήταν μαθήματα για τον Αθηναίο. Τα μαθήματα όμως αυτά δεν μπορούσαν να κερδίσουν την καρδιά του Αθηναίου εκτός μόνον, αν είχε προηγηθεί κάποια θλίψη, κάποια συμφορά.

Έτσι  οι Αθηναίοι μετά την τελική καταστροφή του 404 άρχισαν να παίρνουν περισσότερο στα σοβαρά τα μηνύματα της τραγωδίας και τα μαθήματα της Οδύσσειας.

Θα  χρειαστεί ομως να περάσουν αιώνες ακόμα και να γευτούν πολλές συμφορές, για να εκφράσουν καθαρότερα τον βαθύ τους πόθο για μια άλλη εικόνα της αλήθειας, την εικόνα της ουράνιας πολιτείας, που τους ευαγγελίστηκε ο Απόστολος Παύλος. Στη θέση της «ολκής» θα βάλουν τον Σταυρό με όλους τους «οντιδισμονές»(;) του, στη θέση της λαφυραγωγήσης θα βάλουν τη φιλανθρωπία και την ακτημοσύνη, στη θέση της πάνδημης Αφροδίτης θα βάλουν την εγκράτεια των παθών που στην κορυφή της στέκεται η Αειπαρθένος Θεοτόκος. Και στη θέση του ιδεώδους του «καλού καγαθού» πολίτη, δηλαδή του όμορφου ευπατρίδη θα βάλουν τον άγιο. Ακόμα τους Ολυμπιονίκες θα τους ξεπεράσουν κατά πολύ οι μάρτυρες.

Έτσι  πρόκοψεν ο λαός μας και μπορεί να κοιτάζει με συμπάθεια βέβαια την αρχαιότητά του αλλά με θρησκευτική ευλάβεια και ευχαριστία τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, που συνθέτουν τη φυσιογνωμία της σημερινής κοινωνίας μας.

Κων/νου Γανωτή, φιλολόγου