Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ

Γίνεται από χτιστάδες και μαραγκούς που χρησιμοποιούν παραδοσιακές μεθόδους και τεχνικές

 

Αλέξανδρου Γ. Καλλιγά

Αρχιτέκτονος

 

Μέσα στο κλίμα της εγκατάλειψης που επικρατούσε στη δεκαετία του ’60, ήταν φυσικό οι πρώτες επισκευές σπιτιών που αγοράστηκαν να γίνουν εκ των ενόντων. Γρήγορα οι απαιτήσεις των νέων ιδιοκτητών ξεπέρασαν, όπως νόμιζαν, τις δυνατότητες των τοπικών συνεργείων, με άμεση συνέπεια την μετάκληση Αθηναίου εργολάβου που ανέλαβε με παντελή έλλειψη γνώσης του θέματος και με πολλή φαντασία το έργο της αναστήλωσης. Είναι η εποχή του ροζ τσιμέντου και της σιδεριάς σε σχήμα δικέφαλου που προστατεύει κουφώματα σιδερένια.

Οι ταράτσες έχουν πολεμίστρες-νάνους για στηθαία, ο δε Γουλάς, αλλά και τα παρακείμενα ερείπια, είναι το νταμάρι από όπου βρίσκεται η απαραίτητη πέτρα. Ευτυχώς, η κήρυξη της Μονεμβασίας ως αρχαιολογικού μνημείου κατέστησε απαραίτητη για τους ιδιοκτήτες την χρήση αρχιτέκτονα και όχι μόνο σταμάτησαν αυτές οι πρακτικές αλλά, καθώς έχουν περάσει και τα χρόνια και ξαναεπισκευάζονται τα σπίτια αυτά, ελάχιστα δείγματά τους απομένουν.

 

Απόλυτος σεβασμός

Οι εργασίες βέβαια όλες εκτελούνται από τους ιδιώτες ιδιοκτήτες των σπιτιών, μετά όμως από την έγκριση λεπτομερούς μελέτης που υποβάλλεται στην αρχαιολογική υπηρεσία. Η αρχαιολογική υπηρεσία, δυστυχώς, ελάχιστα από τα μνημεία έχει τα μέσα να τα συντηρήσει, αλλά ο έλεγχος που έχει επιβάλει υπήρξε σημαντικότατος παράγων στη διατήρηση του οικισμού.

Η μελέτη των σπιτιών της Μονεμβασίας αποδεικνύει πως με τη συνεχή χρήση και τον ανασχεδιασμό τους στο πέρασμα των αιώνων έχουν αποκτήσει μια ευκαμψία στην οργάνωσή τους, που δίνει την δυνατότητα άλλου ενός ανασχεδιασμού που να καλύπτει τις σύγχρονες ανάγκες μας. Βασική προϋπόθεση, απαραιτήτως, η διατήρηση όλων των παλαιών στοιχείων. Η συνέχεια εξασφαλίζεται με τη χρήση των ίδιων υλικών και μεθόδων, τη διατήρηση του τρόπου χάραξης των όψεων αλλά και των κατόψεων, κατά το δυνατόν, και τον απόλυτο σεβασμό των όγκων.

Η χρήση τοπικών συνεργείων υπήρξε πολλαπλά ωφέλιμη. Οι παλαιοί χτιστάδες έδωσαν την πείρα τους και τώρα υπάρχει και νεώτερη γενιά που έμαθε την τέχνη τους. Κάπως έτσι έγινε και με τους μαραγκούς. Αντίθετα, δόθηκε ώθηση για τη δημιουργία καλύτερων υδραυλικών και ηλεκτρολόγων. Συγχρόνως τονώθηκε το τοπικό εργατικό δυναμικό και κατ’ επέκταση η τοπική οικονομία, όπως φαίνεται με την οφθαλμοφανή άνοδο του βιοτικού επιπέδου και την ταχύτατη βελτίωση των γεωργικών μηχανημάτων της περιοχής, που σημειωτέον είναι από τις λίγες αναπτυσσόμενες του νομού.

Το ενδιαφέρον είναι ότι τα συνεργεία αντιδρούν θετικά στην πρόκληση και προσπαθούν συνεχώς να βελτιώσουν την τεχνική τους και να εισαγάγουν νέα μηχανήματα και τεχνικές μέσα στα πλαίσια των παραδοσιακών μεθόδων και μορφών. Κάθε βελτίωση γίνεται αμέσως αντιληπτή από τους νέους ιδιοκτήτες, που αυξάνουν περαιτέρω τις απαιτήσεις τους.

 

Τα παλαιά υλικά

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει βέβαια η μαστοριά των τεχνητών στη λιθοξοϊκή εν γένει και στην θολοδομία ειδικότερα. Η τεχνική τους στο πελέκημα του πωρόλιθου που χρησιμοποιείται σε όλες τις γωνίες, τα περιθώρια των ανοιγμάτων και βέβαια στην θολοδομία, έχει φθάσει στο σημείο να μη διστάζουν να αντιμετωπίσουν δύσκολες κατασκευές όπως είναι η διείσδυση ενός θόλου στον άλλου. Απλές αψίδες κατασκευάζονται με την ταχύτητα δοκαριού από μπετόν. Κορνίζες για πάνω από κουφώματα και για τζάκια έχουν πλέον την ακρίβεια κατασκευής και ποικιλία μορφών που βλέπουμε στις παλαιές. Αντίστοιχα και οι μαραγκοί, χωρίς να ξεχνάνε τις απλές κατασκευές, έχουν μάθει να κατασκευάζουν μεγάλες στέγες που έχουν συγχρόνως αντοχή και ελαφράδα.

Έμαθαν επίσης να έχουν την αυτοπεποίθηση να χρησιμοποιούν παλαιά κεραμίδια και ξύλα και να μην τα φοβούνται. Βέβαια, οι ξύλινες κατασκευές της Μονεμβασίας ήσαν πάντα αρκετά απλές και ούτε και σήμερα θα έπρεπε να επιζητήσει κανείς τρομερά περίτεχνες μορφές.

Στον μόνο τομέα που δεν υπάρχει περιθώριο αλλαγών είναι οι μεταφορές μέσα στο Κάστρο. Τα πάντα μεταφέρονται με ζώα: τσιμέντα, ασβέστης, άμμος, πέτρες αν χρειασθούν. Τα ξύλα πάνε συνήθως στα χέρια. Κεραμίδια, πλάκες με ζώα. Οι αγωγιάτες έχουν βασικό ρόλο στη διαδικασία του κτισίματος και όσο πιο γρήγορα το ενστερνισθεί όποιος ετοιμάζεται να χτίσει μέσα στο Κάστρο, τόσο καλύτερα γι’ αυτόν‚ οι Αθηναίοι εργολάβοι που ανέλαβαν από τον ΕΟΤ την επισκευή του ξενώνα Κελιά προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν ένα μικρό φορτωτή. Μόνο ορισμένα πράγματα μπόρεσαν να μεταφέρουν με αυτόν, γέμισαν τους δρόμους πετρέλαιο και άμμο που τους χυνόταν παντού, και οργή τους κατοίκους με το θόρυβο. Πιο καλά συνέλαβε το θέμα κάποιος άλλος που αγόρασε ένα άλογο και το ξαναπούλησε όταν τελείωσε το σπίτι του‚ Κάποια φορά μεταφέρθηκε ένα φορτίο ξυλείας με καΐκι ως το Πορτέλο, από όπου με παλάγκο ανεβάστηκαν τα ξύλα λίγα-λίγα επάνω στο τείχος.

Η ανάγκη, όμως, να είναι κατάλληλη η θάλασσα και συγχρόνως να μην έχει λουόμενους, κάνει και αυτή τη μέθοδο απρόσφορη ακόμη και για σπίτια κοντά στα τείχη.

Άλλωστε, η καθημερινή ζωή μέσα στο Κάστρο εξαρτάται από τις μεταφορές στα χέρια και το απλούστερο είναι, αφού αποφασίζει κανείς να ζήσει εκεί, να ακολουθήσει και σ’ αυτό τις παραδοσιακές μεθόδους.

 

 

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στον ΙΒ΄ τόμο

του ενθέτου ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ της Καθημερινής,

που είναι αφιερωμένο στην Πελοπόννησο, σελ. 87-90.

Οικογένεια σε κρίση

Γεια σας.

Είμαι η Ελενίτσα, ένα από τα δεκάδες, εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες παιδιά στην Ελλάδα, που η ζωή τους άλλαξε σημαντικά τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας αυτού που οι μεγάλοι αποκαλούν «κρίση».

Ζούσαμε σ’ ένα διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας, στο κέντρο της πόλης. Ο μπαμπάς δούλευε σαν μηχανικός στο εργοστάσιο και η μαμά σ’ ένα ξενοδοχείο της πόλης. Κι εμείς, σχολείο, αγγλικά, γαλλικά, μουσική, γυμναστήριο, όλη μέρα δώθε κείθε, κι όταν κατάκοποι γυρνούσαμε σπίτι, λίγο τηλεόραση και φυσικά παιχνίδι με τις ώρες στον υπολογιστή. Πότε επικοινωνούσαμε μεταξύ μας; Καλή απορία. Ίσως τα Σαββατοκύριακα, ίσως σε κάποιες διακοπές… αλλιώς τα μαγνητάκια με τα σημειώματα πάνω στην πόρτα του ψυγείου να ‘ναι καλά! Έτσι κυλούσε η ζωή μας, ώσπου έσκασε μύτη  απρόσκλητη και άκρως ανεπιθύμητη η «κυρία Κρίση». Οι μεγάλοι πρέπει να τη φοβήθηκαν πολύ. Όλη την ώρα γι’ αυτήν μιλούσαν, άκουγαν ειδήσεις, βουτούσαν αδηφάγα στην εφημερίδα, διάβαζαν κι έπειτα μετρούσαν, υπολόγιζαν, κατέβαζαν το κεφάλι, μονολογούσαν απελπισμένοι.

Άρχισαν ένα ένα να λιγοστεύουν τα φροντιστήρια. Άλλο που δεν θέλαμε εμείς τα παιδιά. Κάναμε μεγάλες χαρές όπως καταλαβαίνετε. Αρχίσαμε να πηγαινοερχόμαστε παντού με τα πόδια, γιατί η βενζίνη ήταν ακριβή. Ούτε αυτό μας κακοκάρδισε, ήταν άλλωστε τόσο διασκεδαστική η βόλτα από και προς το σχολείο με όλη μαζί την παρέα.

Έπειτα έκλεισε το ξενοδοχείο που δούλευε η μαμά, κι έμεινε άνεργη. Κακό ε; Ναι, αλλά είχε κι ένα τεράστιο καλό η υπόθεση. Έφυγε αναγκαστικά η Μαρτίν που μας πρόσεχε και μας μαγείρευε και τη θέση της πήρε τώρα η μαμά. Μας ξυπνούσε εκείνη και μας ετοίμαζε το πρωί για το σχολείο, μας διάβαζε το απόγευμα και φυσικά, ποιος αμφιβάλλει πως το φαγητό της μαμάς είναι νοστιμότερο κι απ’ το πιο γκουρμέ εστιατόριο. Πρωτόγνωρα πράγματα και τόσο υπέροχα στ’ αλήθεια!

Σε λίγο ήρθε όμως και η σειρά του μπαμπά να απολυθεί από το εργοστάσιο. Εκεί τα πράγματα δυσκόλεψαν πιο πολύ. Για λίγους μήνες ψευτοδούλευε εδώ κι εκεί, μα δεν βγαίναμε πέρα. Κάτω από την πίεση των πραγμάτων, πήρε τη γενναία απόφαση, που άλλαξε πραγματικά τη ζωή μας. Ένα ωραίο πρωί, μαζέψαμε ό,τι μας είχε απομείνει και φύγαμε για το χωριό. Το πατρικό σπίτι του μπαμπά, είναι τώρα η νέα μας κατοικία. Να δείτε χαρές που έκανε η γιαγιά, που τόσα χρόνια μετρούσε μια μια τις μέρες για να μας έχει κοντά της στις διακοπές. Τώρα μας έχει μόνιμα κοντά της κι έχει πει ένα θριαμβευτικό αντίο στη μοναξιά.

Μέσα σε λίγους μήνες ο κήπος με τα λιγοστά λουλούδια μετατράπηκε σ’ έναν τέλειο λαχανόκηπο. Όλοι δουλέψαμε σκαλίζοντας, φυτεύοντας, ποτίζοντας. Μάλιστα δώσαμε και ονόματα στα φυτά μας για να έχει ο καθένας την προσωπική και ιδιαίτερη φροντίδα τους.

Το μεγάλο γλέντι όμως είναι στο κοτέτσι μας. Καυγάς κάθε μέρα για το ποιος θα ταΐσει τα κοτόπουλα και ποιος θα μαζέψει τ’ αυγά. Τελικά ο μπαμπάς, σαν  σώφρων  διαιτητής, κρέμασε ένα ημερήσιο πρόγραμμα δραστηριοτήτων για τον καθένα, για να πάψουν οι διαφωνίες.

Πρέπει να ομολογήσω πως η δική μου αγαπημένη δραστηριότητα είναι το τάισμα και το άρμεγμα της Μαιρούλας, της κατσικούλας μας, και το παιχνίδι με τα καταπληκτικά μικρά της, τον Πέτρο και τη Λουλού. Τύφλα να ‘χει το αγρόκτημα στο internet. Ίδιο νομίζετε είναι, να πατάς κουμπάκια καθηλωμένος πίσω από μια οθόνη, με το ν’ αγγίζεις, να οσφραίνεσαι, να γεύεσαι, το δικό σου αληθινό αγρόκτημα; Πόσο αλήθεια μας είχαν αποκοιμίσει μ’ όλα αυτά, εγκλωβίζοντάς μας σε μια εικονική πραγματικότητα, και προσπαθώντας να μας χορτάσουν ηλεκτρονική ευτυχία! Πόση απάτη ήταν καμουφλαρισμένη στον ψεύτικο κόσμο τους! Η αληθινή χαρά είναι να ζει ο άνθρωπος κοντά στη φύση, να κοινωνεί την απλότητα και την ομορφιά της και να δοξάζει μέσ’ απ’ αυτά τον Δημιουργό του.

Tο σχολείο είναι στο διπλανό χωριό, περίπου ένα χιλιόμετρο απόσταση. Μια θαυμάσια πρωινή γυμναστική! Τα χωράφια αντιλαλούν από τα γέλια και τις φωνές μας. Είμαστε γύρω στα 10-15 παιδιά που πηγαινοερχόμαστε παρέα. Το μεσημέρι σαν τα λαγωνικά, μυρίζουμε από μακριά το φρεσκοψημένο ψωμί, το ζυμωμένο με αγάπη και φροντίδα περισσή από τα χεράκια της δικής μας μαμάς κι  όχι από τη μηχανή του φούρναρη. Άλλη νοστιμιά σας λέω, δοκιμάστε και θα με θυμηθείτε…

Κι ο πέτρινος φούρνος στην αυλή, διαλαλεί από μακριά «τι καλό φαγητό έχουμε σήμερα». Κι όταν πεινάς κι έχεις γεμίσει τα πνευμόνια σου από το καθαρό βουνίσιο αγέρι δεν χρειάζεσαι ορεκτικά, σως και αναψυκτικά να συνοδεύεις το φαΐ σου. Η φρέσκια μοσχομυριστή ντομάτα και το τυρί από την αγελάδα του κυρ-Φώτη, μαζί με το ζεστό ψωμί, κάνουν γεύμα βασιλικό.

Έτσι κυλά η ζωή στο χωριό… Λίγο διάβασμα, πολύ παιχνίδι στην αυλή, στη γειτονιά, στην πλατεία και το βράδυ έρχεται κι ο μπαμπάς με τον μεγάλο μας αδελφό από το χωράφι και μαζευόμαστε όλοι μαζί στο τραπέζι. Ευχαριστούμε τον Θεό για τα αγαθά με τα οποία το έχει φορτώσει και απολαμβάνουμε τη ζεστή ατμόσφαιρα της οικογενειακής συντροφιάς.

Τώρα βέβαια, είμαι σίγουρη, πως κάπου στην άκρη του μυαλού σας θεωρείτε πως σας λέω παραμύθια. Ξέρω πως μ’ έχετε ταυτίσει με τη ροζ πριγκίπισσα, που κλεισμένη στον ψηλό της πύργο, έχει υφάνει γύρω της τον δικό της παραμυθένιο κόσμο. Ε, λοιπόν, σας πληροφορώ πως όχι, δεν είμαι ούτε ροζ φαντασμένη πριγκίπισσα, ούτε όμως και ο γκρινιάρης νάνος της Χιονάτης, ή του στρουμφοχωριού. Βλέπω τις δυσκολίες γύρω μου και ζω μέσα σ’ αυτές, πώς θα μπορούσα άλλωστε να κάνω διαφορετικά; Από την άπλα του δικού μου δωματίου, βρέθηκα να στριμώχνομαι στο ντιβανάκι της κουζίνας μαζί με τη μικρή μου αδελφή, στον ίδιο χώρο με τον μεγάλο μας αδελφό και τη γιαγιά. Είναι ο μόνος χώρος που έχει θέρμανση τον χειμώνα. Και τι θέρμανση… ξυλόσομπα,  που πρέπει και το βράδυ αδιάκοπα να την ταΐζεις, γιατί αν τύχει και μείνει νηστική… αλλοίμονό σου! Δεν θα διστάσει να σ’ αφήσει να ξεπαγιάσεις, έτσι από πείσμα. Εγώ, ένα παιδί του καλοριφέρ, δυσκολεύομαι αφάνταστα να πλυθώ στο παγωμένο μπάνιο της γιαγιάς, και τουρτουρίζω όταν πρέπει να βγω στην αποθήκη να φέρω αλεύρι για τη μαμά.

Με δυσκολεύει, που πρέπει να διαβάζω στο τραπέζι της κουζίνας, αντί για το τεράστιο γραφείο μου, και μάλιστα παρέα με την κατσαρόλα, το κρεμμυδάκι και την σκορδοπλεξούδα! Μου στοιχίζει που η μόνη δυνατότητά μου για πρόσβαση στο internet είναι από τον υπολογιστή του σχολείου μας…

Να πω κι άλλα; Κάθισα χθες το βράδυ στα κουρασμένα γόνατα του μπαμπά κι ένοιωσα στο χάδι του τη σκληράδα και την τραχύτητα της αγροτικής του δουλειάς. Μέτρησα τον κόπο του στις ρυτίδες του ηλιοκαμένου του προσώπου και στα βλέφαρα που βάραιναν πάνω απ’ τα κουρασμένα και κοκκινισμένα του μάτια. Έπειτα ψηλάφησα το έκζεμα στα δάκτυλα της μαμάς, απ’ το πλύσιμο και το τρίψιμο της καθημερινής μπουγάδας και παρατήρησα ξαφνιασμένη, τα αμέτρητα μα τόσο καλλιτεχνικά μπαλώματα της φούστας της.

Πώς να ξεχάσω, τα ατελείωτα χιλιόμετρα που περπάτησε ο μπαμπάς μαζί με τον μεγάλο μου αδελφό, κουβαλώντας με στους ώμους τους εναλλάξ, μέσα στο πυκνό χιόνι, όταν έσπασα τον χειμώνα το πόδι μου και έπρεπε να με μεταφέρουν στο νοσοκομείο, ενώ το χωριό μας ήταν αποκλεισμένο από το χιόνι και την κακοκαιρία…

Δεν είναι εύκολη η καινούρια μας ζωή. Είναι ένας αγώνας επιβίωσης, σκληρός ώρες ώρες, μα και όμορφος, γιατί μας ενώνει και μας δένει σφικτά κι ανθρώπινα. Σας το ξαναλέω, δεν σκοπεύω να γίνω ο γκρινιάρης του στρουμφοχωριού, γιατί απλούστατα, τρελαίνομαι να παίζω συνεχώς το «παιχνίδι της χαράς». Το ξέρετε φαντάζομαι το υπέροχο αυτό παιχνίδι της Πολυάννας, που προσπαθούσε στο κάθε τι να βρίσκει μια αιτία για να χαίρεται. Έτσι είναι στη ζωή μας, η θλίψη και η χαρά, πιασμένες χέρι χέρι, εναλλάσσονται όπως η μέρα με τη νύχτα. Μέσα στο σκοτάδι πορεύεσαι με τη γλυκιά απαντοχή της χαραυγής, ενώ μέσα στο φως της μέρας γνωρίζεις πως σύντομα θα έρθει η νύχτα, μα πάλι θα ‘ναι για λίγο… Μες απ’  τις δοκιμασίες ξέρεις πως παλεύεις για ένα καλύτερο αύριο, σηκώνεις το βλέμμα σου στον Ουρανό κι αναζητάς «οδόν σωτηρίας».

Πού τα ‘μαθα όλα αυτά; Μα φυσικά στο βραδινό ΄΄φροντιστήριο΄΄ της γιαγιάς… Μην παραξενεύεστε, θα σας εξηγήσω αμέσως. Είχαμε μείνει λοιπόν στο πιο όμορφο σημείο της μέρας, τη συγκέντρωση όλης της οικογένειας το βραδάκι στο τραπέζι. Τη γλυκιά ώρα του κοινού φαγητού…  Τι ακολουθεί μετά;

Παίρνει η γιαγιά το πλεκτό της και καθώς πλέκουν οι βελόνες στα γέρικα χέρια της  ζεστά ρούχα για τα εγγόνια της, έτσι πλέκουν και τα λόγια της ιστορίες απ’ τα χρόνια τα παλιά. Μιλά για την Πόλη, την Αγιά Σοφιά, τη Σμύρνη… Μιλά και δακρύζει, μιλά και ξανανιώνει. Μιλά και υφαίνει το φλάμπουρο μιας πατρίδας αγαπημένης, μιας πατρίδας δοξασμένης, μιας πατρίδας ξεχωριστής… Κι απ’ τη θέρμη της καρδιάς της λιώνουν μαζί της κι οι δικές μας καρδιές και μαθαίνουν ν’ αγαπούν. Ν’ αγαπούν την Ιστορία, την παράδοση, την Ελλάδα, τον Θεό. Γιατί όλα αυτά είναι ζυμωμένα μαζί στην καρδιά κάθε αυθεντικού Έλληνα, κάθε Ρωμηού. Είναι προζύμι που έβγαζε, βγάζει και θα βγάζει καρβέλια εκλεκτά, αρκεί με σεβασμό και προσοχή να το κρατήσουμε ανόθευτο, καθαρό.

Η κρίση μας ζορίζει, μας συνθλίβει, όπως το στάρι  η μυλόπετρα και την ελιά το λιοτρίβι. Ας σκεφτούμε όμως πως έτσι θα βγει το αλεύρι και το λάδι που θα εξασφαλίσει τη συνέχεια στη μακραίωνη ιστορία μας.

Η κρίση είναι ένας σταυρός που επέτρεψε ο Θεός στην Ελλάδα για να την απεγκλωβίσει από τον λήθαργο της καλοπέρασης και την αποχαύνωση του ευδαιμονισμού και της εύκολης ηδονής και να την απαλλάξει από τα δεσμά της διαπλοκής και του ασύστολου ωφελιμισμού. Ένα στενό και τεθλιμμένο μονοπάτι που θα τη συνδέσει ξανά με την  αληθινή Πίστη και την Ιστορική της συνέχεια.

H «κρίση» που εμφανίστηκε απρόσμενα στη ζωή μας σαν «βρύση» δεινών και συμφορών, μας προκαλεί να τη μετατρέψουμε με τη δύναμη της Ελληνικής ψυχής και την ορθόδοξη πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό, σε «Βρύση» και πηγή ιαμάτων και κάθαρσης για τον καθένα προσωπικά και την Πατρίδα μας ολάκερη.

 

Χρυσάνθη Κούκου

Ιατρού-Πρεσβυτέρας

Κρυμμένος θησαυρός της πατρίδας μας

H Eλλάδα, η αγαπητή μας Πατρίδα, είναι μια μικρή χώρα σε έκταση, είναι μια χώρα πτωχή, που τα παιδιά της αναγκάστηκαν να φύγουν και να σκορπίσουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, για να εξοικονομήσουν τον άρτο της ζωής.

H Πατρίδα μας δεν έχει τους απεράντους κάμπους, άλλων κρατών. Δεν έχει τα μεγάλα ποτάμια άλλων χωρών, όπως τον Δούναβη στα Bαλκάνια, τον Bόλγα στη Pωσία, τον Γάγγη κάτω στις Iνδίες, τον Nείλο στην Aίγυπτο και τον Mισσισιπή στην Aμερική. Δεν έχει η Πατρίδα μας πλούσια κοιτάσματα χρυσού. Δεν έχει φλέβες χρυσού, όπως η Kαλιφόρνια με τα περίφημα χρυσορυχεία της.

Δεν έχει η Πατρίδα μας τον κίτρινο, τον μαύρο και τον πράσινο χρυσό.
Θα έπρεπε να έχει τον πράσινο χρυσό, που είναι τα δάση. Kάποτε η χώρα μας ήτανε κατάφυτος. Ήταν ευλογία Θεού, και οι άνθρωποι ήτανε μακρόβιοι τότε. Eμεί οι δαίμονες της κολάσεως, τα κάψαμε και μολύναμε τον αέρα της γης. Έχουμε τα λιγότερα δάση στα Bαλκάνια. H Aλβανία, η Bουλγαρία, η Σερβία έχουν απέραντα δάση.

Δεν έχουμε ούτε τον μαύρο χρυσό, που είναι τα πετρέλαια και κυλάνε υπόγεια ως ποταμός, σε διάφορες χώρες.

Δεν έχουμε και τον κίτρινο χρυσό, η μάλλον τον έχουμε, αλλά αυτός είναι δαιμονιώδης. O κίτρινος χρυσός είναι οι λίρες οι Eγγλέζικες, είναι το χρυσάφι, το άτιμο αυτό το νόμισμα που το κυνηγούν όλοι ανεξαιρέτως, δεξιοί και αριστεροί . Mπορεί στα άλλα να έχουν τις διαφορές τους, αλλά ως προς τον έρωτα του χρήματος είναι όλοι ερασταί.

Kάποτε ρώτησαν έναν αρχαίο φιλόσοφο· γιατί το χρυσάφι είναι κίτρινο; Kαι  απήντησε, από το πολύ κυνηγητό. Όπως όταν κυνηγούν τον άνθρωπο, γίνεται ωχρό το πρόσωπό του, έτσι κιτρίνησε και το νόμισμα αυτό της γης, από το πολύ κυνηγητό.

Λοιπόν η Eλλάδα, η μικρή και φτωχή μας χώρα, δεν έχει πλούτη και θησαυρούς. Kαι όμως, αυτή η πτωχή πατρίδα μας μπορεί να γίνει η πιο ένδοξη, η πιό μεγάλη, η πιό πλούσια και η πιο ευτυχισμένη χώρα του κόσμου.

Θα μου πείτε, ότι παράξενα πράγματα σας λέω και ότι από το ένα στο άλλο σας φέρνω. Aπό την μια σας λέω, ότι η Πατρίδα μας είναι μικρή και πτωχή και από την άλλη ότι μπορεί να γίνει η πιό πλούσια, η πιο ένδοξη και η πιο ευτυχισμένη χώρα του κόσμου.

Nαί, η Eλλάδα μας μπορεί να γίνει παράδεισος.

Tα βράχια της μπορεί να τινάξουν ρόδα και τριαντάφυλλα, γιατί έχει κάποιο θησαυρό κρυμμένο στα σπλάχνα της. Όπως κάτω στην γη υπάρχουν κρυμμένοι θησαυροί και ψάχνουν και τους βρίσκουν και πλουτίζουν οι άνθρωποι, έτσι και εγώ σήμερα θα σκάψω, για να βρω έναν κρυμμένο θησαυρό, που αν εμείς οι Έλληνες τον εκμεταλλευτούμε, όπως πρέπει, θα γίνουμε το πλουσιότερο και το ενδοξότερο και το ευτυχέστερο κράτος του κόσμου και ας μην έχουμε τα υλικά αγαθά και τα μεγάλα ποτάμια και τα πλούτη των άλλων κρατών.

Ποιος είναι αυτός ο θησαυρός;

Δεν θα απαντήσω αμέσως, αλλά εμμέσως, με μια μικρή ιστορία, που συνέβη τον δεύτερον μετά Xριστό αιώνα στην Pώμη, που ήταν η πρωτεύουσα της απεράντου Pωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Σε μιά πτωχή συνοικία της Pώμης ζούσε μια πολύ πτωχή και σεμνή γυναίκα, αλλά με αισθήματα μεγάλα και υψηλά. Συμβαίνει αυτό συχνά, μέσα στις καλύβες να κατοικούν άγγελοι και στα παλάτια δαίμονες.

Mια μέρα την επισκέφτηκαν κάτι κυράδες της αριστοκρατίας της Pώμης, φαντασμένες και στολισμένες από την κορυφή μέχρι τα πόδια και καυχόταν για τα δακτυλίδια, για τα βραχιόλια τους, για τις καδένες τους, για τα στέμματά τους, για τον περίφημο στολισμό τους, για τα μεταξωτά τους και για τους θησαυρούς των συζύγων τους. Kάποια στιγμή, αυτές οι φαντασμένες κυρίες κοίταξαν μ’ ένα βλέμμα εσχάτης περιφρονήσεως την Kορνηλία, έτσι ονομάζοταν η σεμνή και πτωχή χήρα. Kαι τις λένε: Πού είναι οι δικοί σου θησαυροί;

Kαι απήντησε η Kορνηλία, με ένα δάκρυ στα μάτια. Eγώ κυράδες μου, έχω έναν θησαυρό μεγαλύτερο από τον δικό σας, ανώτερον από τα διαμάντια σας, τα χρυσάφια σας και τα νομίσματά σας, τα χρυσά και τ’ αργυρά.

Περίεργο πράγμα, της είπαν ειρωνικά οι αριστοκράτισσες. Που τον έχεις αυτόν τον πολύτιμο θησαυρό, μέσα στην καλύβα σου; Δείξτόν μας.
Περιμένετε και σε λίγο θα τον δείτε.

Περίμεναν και να, από το σχολείο ήρθαν δύο αγοράκια χαριτωμένα. Tα παιδιά μου τις είπε, αυτοί είναι οι θησαυροί μου.

Πόσο ο λόγος της αυτός ήταν σοφός! Kαι πράγματι τα παιδιά είναι ο θησαυρός. Tα δυό εκείνα αδέλφια που έτυχαν καλής ανατροφής, οι λεγόμενοι αδελφοί Γράκχοι, ανεδείχθηκαν παράγοντες πολιτισμού και έπαιξαν σπουδαιότατο ρόλο μέσα στην Pωμαϊκή αυτοκρατορία.

Tο παιδί, αυτός είναι ο θησαυρός. Aνώτερος από τους θησαυρούς όλου του κόσμου. Aνώτερος και από τον πράσινο και από τον κίτρινο και τον μαύρο χρυσό.

 

Aπόσπασμα ομιλίας επισκόπου Aυγουστίνου Kαντιώτου