Πού είν’ εκείνα τα καιρούς

Τα εξέργατα επέμ’νανε

γραμμένα ‘ς σα χαρτία,

απέσ’ ‘ς σα ημερολόγια

δίχως να έχ’νε αξίαν.

 

Πού είν’ εκείνα τα καιρούς

χρόνια ευλοημένα,

τ’ εξέργατα π’ εκράνανε

όλια απ’ έναν-έναν;

 

Τα κεμεντζέδες έπαιζαν,

έλεαν τραγωδίας,

‘ς σ’ οσπίτια ατότε ελάσκουνταν

κι απέσ’ ‘ς σα γειτονίας.

 

Εφτωχοί πα αν έτανε,

‘ς όλια τα ονομασέας

εθέκνανε απάν’ ΄ς σο στολ’

τα στύπα και τα ελαίας.

 

Το ρακίν πα εβάλ’νανε

‘ς σα μικρά τα ποτήρια,

με την εγάπ’ εποίν’νανε

τ’ ολονών τα χατήρια.

 

Ατώρα ατά εκάτσαν κα

έξεργον ‘κι τερούνε,

άλλο ‘κι πάνε κ’ έρχουνταν

άλλο πόρτας ‘κι κρούνε.

 

Τη συενότιαν ‘κι κρατούν,

τ’ έναν τ’ άλλο ‘κ’ εξέρ’νε,

απέσ’ ‘ς σα δεκαστήρια

ο εις τον άλλον φέρ’νε.

 

Ατώρα οι φίλ’ κι οι συενοί

άλλο το χέρ’ ‘κι σπίγγν’νε,

μόνο ας σο τελέφωνον

τ’ ευχάντας ατουν στείλ’νε.

 

 

Ανθρώπ’ εταουτεύτανε

‘κ’ ευτάνε συντροφίαν,

πολλά καλά εχάθανε

με την τεχνολοΐαν.

 

Κάρτας και τηλεόραση,

Ίντερνετ και κομπιούτερ,

την κοινωνίαν ‘χαλασαν

τσατίνα θα ορθούται.

 

Ατώρα αν ‘κι συνέρχουμες

και αν ‘κι αγληγορούμε,

άλλο ‘κι θα προφτάνουμε

άλλο ‘κι θα πορούμε.

 

Πώς θα ζουν τα παιδία μουν

ντο θα ‘ίν’ταν τ’ εγγόνια,

η κοινωνία πώς θα εν’

μετά κάμποσα χρόνια;

 

 

*Από το βιβλίο του Γιάννη Μιχαηλίδη

΄΄Έλα Διογένη να ελέπ’ς΄΄

Ποιήματα

Εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη α.ε.  2008

Το μανιάτικο μοιρολόι

Το θρηνητικό τραγούδι που αποδίδει και αγκαλιάζει τις τραγικές στιγμές του ανθρώπου

Του Κυριάκου Κάσση

Ποιητή, ζωγράφου

Σε κάθε ιδιαίτερη πολιτιστική παρουσία στο μωσαϊκό των εθνοτήτων της Γης υπάρχουν οι πυρήνες ιδιαιτερότητας της καθεμιάς, οι ειδικοί τόποι που αντιπροσωπεύουν το ιερόν και το άβατον.

Για την Ελλάδα, με τη μεγαλύτερη πολιτιστική παρουσία στον κόσμο, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι χώροι της. Ένας από τους πρώτους είναι η Μάνη και η Λακωνική γενικά: πυρήνας και σύμβολο για ό,τι καθαρά ελληνικό, που μια διεισδυτική ματιά μπορεί να τη χαρακτηρίσει Ελλάδα της Ελλάδας. Σύμβολο της διαχρονικής ύπαρξης του ελληνισμού για χιλιάδες χρόνια.

Αμετακίνητη στις αρχέγονα ελληνικές αρετές. Μητέρα του προαιώνιου ελληνικού αδούλωτου πνεύματος, μήτρα ελληνισμού αμόλυντη από βάρβαρους και επιδερμικούς εντυπωσιασμούς, ανεπηρέαστη από βαρύγδουπες και βραχύχρονες κενοδοξίες.

Ο λιτός τόπος που γέννησε και κωδικοποίησε το Ήθος και την Αρετή. Ο χώρος και οι κάτοικοι που ταυτίζονται με αιώνες ιστορίας και υψηλόφρονης αγάπης για την ελευθερία, «φυλάττοντας τις Θερμοπύλες» ανυποχώρητα.

Ο τόπος της δωρικής αρχιτεκτονικής που γέννησε Παρθενώνες, του δωρικού μέλους που γέννησε την τραγωδία και το δημοτικό «τραγώδιον», και όλη τη χωρίς φληναφήματα καθαρή ελληνική σκέψη, που εκφράστηκε πρακτικά και ζωντανά με το «λακωνίζειν ἐστί φιλοσοφεῖν» και το «Οἶμοι, ἅπαντες οἱ Ἕλληνες γιγνώσκουσι τά καλά, ἀλλά μόνο οἱ Λακεδαιμόνοι τά πράττουσι». Ο σεβασμός για τον γέροντα, για τον ανήμπορο, για τον ξένο. Ο απόλυτος αλτρουισμός και η υποχώρηση των ταπεινών ιδιοτελών διαθέσεων του ατόμου χάριν του συνόλου. Η δημοκρατία που γεννήθηκε, ακόμα και σαν όρος, εκεί. Ό,τι διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο, και ό,τι τον καταξιώνει σαν Άνθρωπο.

 

Κληρονομιά πνεύματος

 

Αυτά είναι η κληρονομιά που άφησε το πνεύμα και η καθημερινή απλότητα των Λακώνων στον ελληνισμό και σ’ όλο τον κόσμο. Τ’ ἀνθρώπου τό φιλότιμο ἀξίζει… Τό κρέα του βρωμᾶ!…», λέει μια παροιμία τους χωρίς ηλικία, παλιότερη απ’ τον Λεωνίδα και τον Αγησίλαο, απ’ τον Λυκούργο και το Ζάλευκο…

Το πνεύμα των Ελλήνων που δίκαζαν για βαρύ κρίμα μόνο σε ανοιχτό χώρο και με ηλιοφάνεια και η ποινή της φυλάκισης, εξόν την προφυλάκιση, τους ήταν αδιανόητη. Η μεγαλοψυχία ακόμα και κατά τη μάχη: «Τούς πολεμίους φεύγοντας μή διώκετε». Ψυχή και πνεύμα που μπορεί σε κάθε περίσταση να εξαρθεί πάνω από μικρότητες.

Και ποιο είναι το εκφραστικότερο αντικαθρέφτισμα της ελληνικής ψυχής, άλλο απ’ το δημοτικό τραγούδι;

Αν ο Έλληνας πρέπει να ευχαριστεί το Δημιουργό του που τού ‘δωσε τη ζωή, για το δεύτερο που πρέπει να τον ευχαριστεί είναι για τη γλώσσα και το δημοτικό τραγούδι που τού ‘δωσε.

Η χαρά κι ο πόνος, η αγάπη, η νοσταλγία του ξενιτεμένου εκφράζονται με το τραγούδι έτσι που πολλές βιβλιοθήκες πεζολογίας δεν μπορούν να εκφράσουν. Απ’ το «Μοιρολόι του νεκρού αδελφού» ως το «Μαντήλι καλαματιανό» (παλιό μανιάτικο τραγούδι για τους φτωχούς ξενιτεμένους Μανιάτες που ξενοδούλευαν στα μπαμπάκια της Μεσσήνης) εκατοντάδες είναι τα τραγούδια της «τραγουδομάνας» Πελοποννήσου που κυκλοφορούν στον Ελληνισμό.

Κάποιοι είπαν πως η Μάνη δεν έχει τραγούδια, κρίνοντας από τα τελευταία χρόνια που σπάνια γίνονται γάμοι, γιορτές ή πανηγύρια στη Μάνη, έτσι που αραίωσε ο πληθυσμός. Αλλά η αλήθεια είναι ότι γίνονταν δεκάδες πανηγύρια παλιότερα.

 

Ο εσώτερος εαυτός

 

Αλλά μετά την απελευθέρωση και άλλων ελληνικών τόπων, μετέφεραν τα τραγούδια τους παντού, κρατώντας μόνο ένα είδος, το αρχαϊκότερο και σοβαρότερο, που αφορά τον εσώτερο εαυτό τους κι αυτό είναι το μοιρολόι.

Ξεχωρίζω απ’ αρχής για αποφυγή συγχύσεων: άλλο το μοιρολόι που είναι αποκλειστικά θρηνητικό κι άλλο το τραγουδομοιρολόι. Αν και το δεύτερο έχει ως γενεσιουργό του πυρήνα το πρώτο και σπάνια ποιείται αυτόνομο, τα δύο έχουν διαφορά. Γιατί το τραγουδομοιρολόι είναι τραγούδι. Λέγεται σε γλέντι και μάλιστα στο τέλος, που βγαίνει ο εσώτερος ψυχικός κόσμος στην «επιφάνεια», η ηδυπάθεια που υπάρχει καταχωνιασμένη στην ψυχή του.

Όντας βαρύ και άκρως σοβαρό, έχοντας τα ατόφια μανιάτικα γνωρίσματα (την ανόθευτη αρχαϊκή γλώσσα, το πανάρχαιο ιαμβικό μέτρο, τον μακρόσυρτο τόνο), ανήκει στα εντελώς ιδιαίτερα πράγματα του Μανιάτη. Δεν είναι για το ευρύ κοινό.

Αν το μοιρολόι του θρήνου είναι έκρηξη ψυχής, για τη συγκεκριμένη λύπη, το τραγουδομοιρολόι δεν είναι έκρηξη, αλλά «αναλίγωμα» του εσώτερου πόνου, του «καημού», που είναι διάχυτα σε όλα τα ελληνικά τραγούδια λίγο-πολύ, σε παλιά και νέα, σε δηλωτικά και «λαϊκά», ακόμα και σε νανουρίσματα και υμέναια (βλ. τα βιβλία μου «Μοιρολόγια Μ. Μάνης» και «Τραγούδια Ν. Πελοποννήσου»). Γι’ αυτό, η θεματολογία των μοιρολογιών είναι πολυποίκιλη. Προτιμώνται όμως όσα έχουν θέμα με εσωτερικό νόημα και μορφή άψογη μες στον λιτό πλούτο της, έτσι που να «διδάσκει ποιητικά τα ανθρώπινα», απ’ το πάθος ως την ηθογραφία και την κοινωνιολογία. Όπως αυτό του Δήμου (1900):

Όντα επρωτοκακούργησε

                        Ο Δήμος το καλό παιδί

                        Ήτανε δεκαοχτώ χρονού

                        Και έκαμε χρόνους δεκατρείς

                        Στα κάγκελα τη φυλακής.

                        Κι απ’ όντε έσωσ’ η ποινή

                        Και βγήκε από τη φυλακή

                        – Δήμο, ν’ αφήσεις τ’ άρματα,

                        Να παρατηρήσεις τα κακά.

                        Γιατί έκαμες πολλούς οχτρούς

                        στη γ Κοίτα και στου Καλονιούς.

                        Απ’ αφρομή των εκλογώ

                        Καλαμπαλίκι τη ρουγός

                        ο Δήμος πούχε φαντασμό

                        οπά στο μ πύργο ανέβηκε

                        και κρόει κι άλλη ντουφεκιά.

                        Και ξαναγιόμωσε το γκρα

                        και κρόει κι άλλη ντουφεκιά

                        τον αστυνόμο ελάβωσε

                        το’ να του χέρι τούκοψε.

                        Τον άφησε σημαϊδιακό

                        να βρέσκεται θυμητικό

                        σ’ όλο του το παππουδικό.

                        Κι έδωσε μία κι έφυγε

                        και εϊδιάη απάνου στα βουνά.

                        Κι ο οργισμένος ο παπάς

                        απά στο μ πύργο ανέβηκε

                        και τράβιζε τα γένεια του:

                        – Αμ πού είστε τα παιδιά μου;

                        παιδία μου κι ανήπχια μου.

                        Όλα να μ’ αγροικήσετε

                        κι όλα το γκρα να πάρετε

                        το Δήμο να σκοτώσετε

                        το Γιάννη να δικηώσετε.

                        Ο Δήμος πάει στο Βουνί

                        με δίχως νάχει ξεβγαρτή

                        Α(ν) δεν τονε σκοτώσετε

                        Το Δήμο του Τζανιάουνε

                        Τη γ κατάρα μου νάχετε!

                        Πέντε γαϊδιάροι μουσουλοί

                        στου Ντεβερίκο το καμπί:

                        εκάμασι γεροντική

                        ποίονε να σκοτώσουσι

                        το Δήμο νη το Γκηταρά.

                        – Το Δήμο το μ παλληκαρά.

                        Τι α(ν) μείνει ο Δήμος στη ζωή

                        δεν έχομε αναβουή.

                        Τι ο Γκηταράς α(ν) σκοτωθεί

                        με δέκα θε να δικηωθεί.

                        Ζούστησα και αρματώθησα

                        ο Λίας με το Θοδωρή

                        και του παπά οι δύο γιοί

                        και εϊδιάησα απάνου στο Βουνί

                        και κει χωσία αστήκασι.

                        Να σου κι ο Δήμος κι έρχεται

                        μαζί με τη γυναίκα του.

                        Καβάλλα στο μουλάρι του

                        ξοπίζου το ζευγάρι του.

                        Ξεζούστη τη λουρίδα του

                        και εξαζαλώθηκε το γκρα.

                        – Πάρε, γυναίκα, τ’ άρματα

                        Και κρέμασό τα αψηλά

                        εφτού στην αγριογκοριτσά.

                        Άστραψε η πρώτη μπαταϊριά

                        το Δήμο ελαβώσασι.

                        – Φέρε, γυναίκα, τ’ άρματα

                        να ντούνε πέσου από κοντά.

                        Ότι πού έπχιασε το γκρα

                        άστραψ’ η άλλη μπαταϊριά

                        το πήρε κατακέφαλα.

                        Το Δήμο εσκοτώσασι

                        το Γιάννη εδικηώσασι.

Εκφράζεται η περηφάνεια, το πάθος της εκδίκησης, το έθιμο της Γεροντικής και η λύση: «δι’ ἐλέου καί φόβου περαίνουσα τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Όπως η «Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις» διηγείται τ’ όνειρό της: πώς έγινε σεισμός στο σπίτι της στο άργος κι όλα γκρεμίστηκαν εξόν από μια κολώνα που έμεινε όρθια και την ταυτίζει με τον Ορέστη. Έτσι και η Κυριακή Μπουρδάκου-Γρηγοράκη, αγράμματη, αφού ύστερα από επιδημία είχε, πριν χρόνια, χάσει τα αδέλφια και τη μάννα της, το 1930 πεθαίνει κι ο πατέρας της αφήνοντάς την πεντάρφανη.

 

Τη νύχτα την εχτεσινή

                        αναταράχτηκεν η γης

                        κι εγίνηκ’ ανακύληση

                        στο σπίτι του πατέρα μου

                        τα θεμέλια είχαν κλονιστεί

                        μα τώρα πάει κι η σκεπή.

                        ………………………….

                        Φύσηξ’ ένας Ντελή Βοριάς

                        και πήρε στάρι κι άχιουρα

                        και τίποτα δεν αφήκε.

                        Μόν’ (έ)να κουκάκι αγριοφακή

                        πόναι φαρμάκι κι αλοή:

                        Τη μαυρισμένη Κυϊριακή

                        Που κάλλια ήτα να μη ζεί.

 

Όπως όλη η μανιάτικη ψυχοσύνθεση και κουλτούρα είναι πρωτογενής κι αρχέγονη για ό,τι ελληνικό, έτσι και στα μοιρολόγια, η ποίηση βρίσκεται εν σπέρματι και εν δυνάμει για να παραχθεί, μετά από κάποιο στάδιο λαϊκής επεξεργασίας, ένα δημοτικό τραγούδι που μπορεί γρήγορα να γίνει πανελλήνιο. Γιατί το οκτασύλλαβο, μανιάτικο μοιρολόι μεταποιείται ευκολότατα στον νεότερο σε μορφή δεκαπεντασύλλαβο, όταν από 2 στίχους (8+8=16) αφαιρέσουμε τον τελευταίο πόδα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο αισθητικός πυρήνας που γέννησε το δημοτικό τραγούδι στην πιο πανελλήνια μορφή του, τον δεκαπεντασύλλαβο, επιβιώνει στη Μάνη στην αρχέγονη μορφή του, όπως επιβίωσαν και τόσα άλλα αρχαϊκά πολιτιστικά και κοινωνικά φαινόμενα στον άγιο αυτό τόπο.

 

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στον ΙΒ΄ τόμο

του ενθέτου ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ της Καθημερινής,

που είναι αφιερωμένο στην Πελοπόννησο, σελ. 1136-139.

Χάν’τανε τα συνήθεια

Εφέκαμ’ τα χωρία μουν

τ’ οσπίτια, τα αυλία,

με τα περβόλια τα’ έμορφα

τ’ αχερών’, τα μαντρία.

 

Εφέκαμε την αυλαγάν

κ’ έναν σιρίν δεντρόπα,

όθεν αφκά εκάθουμ’νες

όντας έμ’νες παιδόπα.

 

Εφέκαμε τα πρόατα,

τα χτήνια όλεν τον βίον,

τη κοπαδί’ τα’ ωρίαμαν

‘ς σην ζέστιαν και ‘ς σον κρύον.

 

Είχαμε εκεί το βούτορον,

το ταν’, το σιρ, το γάλαν,

τ’ οξύγαλον, το τσοκαλίκ’

την καβουρμάν, την σάλαν.

 

Εφέκαμε το ζούμωτρον,

το φουρνίν, τα ψωμία,

το απολάδ’ και το κερέτσ’,

τα τρανά τα φελία.

 

Εφέκαμε τον πετεινόν

με το ζηλ’ τη λαλίαν,

π’ εγνέφιζεν μικρούς, τρανούς

να πάνε ‘ς σην δουλείαν.

 

Εχάσαμε το παρακάθ’,

τα καλά τα παρέας,

την λαλίαν τη ταουλί’

κι ίλλιαμ’ τα τοξαρέας.

 

Αγάπην, σέβας, εντροπήν

είχαμε ‘ς σην καρδίαν,

όλ’ έμ’νες συενόπιστοι

εποίν’ναμ’ γειτονίαν.

 

 

Έναν καμπάναν έκουες

κ’ έναν ποπά λαλίαν,

εντάμαν ολ’ ευρίουμ’νες

απέσ’ ‘ς σην εγκλεσίαν.

 

Όλια ατά τα έμορφα

ντο είχαμ’ ‘ς σα χωρία,

εφέκαμ’ ατα οι περισσοί

κ’ έρθαμ’ ‘ς σην πολιτείαν.

 

‘Κι θέλω να μακρολογώ,

θα λέω την ορθίαν,

χάν’τανε τα συνήθεια

ντο έχ’νε ιστορίαν.

 

Συνήθεια ντο έτανε

έμορφα τιζεμένα,

ελέπομ’ ατα αδά κι ακεί

όλια ταουτεμένα.

 

Όσον ωτο διαβαίν’ ο καιρόν

τρώει με αροθυμία,

‘ς σον τόπον ντο ετράνυνα

ν’ εζήν’να αλλομίαν.

 

Άμον ντο νουνίζω εγώ

θαρώ άλλ’ πα νουνίζ’νε,

θέλ’νε να κλώσκουνταν οπίσ’

τ’ οσπίτια ‘τουν να χτίζ’νε.

 

Τα τουβάρια ντ’ εδέβαν κα

ας σην πολυκαιρίαν,

να χτίζ’νε, να ορθών’ν ατα

να δίγ’ν ατα αξίαν.

 

Ας είν’ τ’ οσπίτια μουν εκεί

έμορφα γουρεμένα,

τα πόρτας ακαράκωτα,

τ’ αυλία σπογγιμένα.

 

 

 

 

Και όσον ντ’ επορούμ’ εμείς

πυκνά-πυκνά ας πάμε,

ν’ ευρήκομε ντ’ εχάσαμε

και ντο ιεύ’ να φτάμε.

 

Ακόμαν σίτια εν’ καιρός

και όσον εμείς ζούμε,

ν’ ευτάμε τα συνήθεια

όσον ντο επορούμε.

 

Κι ας έρταν τα παιδία μουν

να χτίζ’νε κοινωνίαν,

για ταόλεν τον Ελλενισμόν

για την Ορθοδοξίαν.

 

Από το βιβλίο του Γιάννη Μιχαηλίδη

΄΄Έλα Διογένη να ελέπ’ς΄΄

Ποιήματα

Εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη α.ε.  2008