Πόλις

Η πόλις – κράτος κατά την αρχαιότητα, από γεωγραφικής απόψεως, ήταν η συνοίκηση σε ορισμένη εδαφικὴ επικράτεια μικρότερων οικισμών–κωμών, από οργανωτικής–πολιτικής απόψεως, όμως, αυτό που συνιστούσε την πόλη – κράτος ήταν η πολιτική οργάνωση και η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Η πολιτική αυτή συγκρότηση της αρχαιοελληνικής πόλεως-κράτους ήταν η βασική της διαφορά από άλλους παρόμοιους σχηματισμούς στην Ανατολή (π.χ. στους Σουμερίους).

Για να αντιληφθεί κάποιος την αξία που είχε για τον πολίτη η συμμετοχή στα κοινά αρκεί να γνωρίζει ότι, σύμφωνα με έναν νόμο που αποδίδεται στον Σόλωνα, «ο εν στάσει μηδετέρας μερίδος γενόμενος» χαρακτηριζόταν ως «ά-τιμος», εστερείτο δηλ. της τιμής του πολίτου, κατά συνέπεια των πολιτικών δικαιωμάτων, «αχρείος», δηλ. άχρηστος, και «ιδιώτης», λέξη που στην αγγλική της μεταφορά δηλώνει τον ανόητο (idiot). Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, εφ’ όσον η πόλις, κατά τον Αριστοτέλη, δημιουργήθηκε μεν «του ζην ένεκεν», ουσιαστικός της όμως ρόλος είναι η εκπλήρωση του «ευ ζην». Μόνον μέσα στην πόλη ο πολίτης ολοκληρώνεται, γίνεται «τέλειος», εκπληρώνει δηλαδή τον σκοπό («τέλος») της υπάρξεώς του (Αριστοτέλους Πολιτικά, 1252b30-1253a1).

Εξάλλου, η πόλις αποτελεί το «όλον», μέσα στο οποίον έκαστον «μέρος» επιτελεί την λειτουργία του, χωρίς να στερείται της μοναδικότητος και της ιδιαιτερότητός του (Αριστοτέλους Πολιτικά, 1253a20-25), πρβ. Α’ Κορινθίους, ΙΒ’ 12-27). Αλλά ούτε και η τριαδική ενότητα θίγεται από τις «διαιρέσεις», εκ μέρους των τριαδικών προσώπων, χαρισμάτων, διακονιών και ενεργημάτων στα επιμέρους ανθρώπινα πρόσωπα (Α’ Κορ. ΙΒ’ 4-6: «Διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε αυτό Πνεύμα· και διαιρέσεις διακονιών εισι, και ο αυτός Κύριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δε αυτός έστι Θεός»).

Αυτή η ενότητα και ταυτοχρόνως η διάκριση διακονιών ήταν χαρακτηριστική στην αρχαία πολιτεία (επώνυμος άρχων = πολιτικὸς ηγέτης, βασιλεὺς=θρησκευτικὸς ηγέτης, πολέμαρχος=στρατιωτικὸς ἡγέτης). Και μάλιστα στις αρχαιοελληνικές πολιτείες ο βασιλιάς κατά κανόνα δεν είναι κληρονομικάς αλλά αιρετός, θέτει δε τον εαυτό του στην υπηρεσία της πατρίδος του, κατά το παράδειγμα του Αθηναίου βασιλιά Κόδρου, που θυσιάζεται για χάρη των συμπολιτών του.

Υπό την έννοια αυτή του «τριλείτουργου», της τριπλής διακονίας, που δεν διασπά το όλον, αλλά το υποβοηθεί στην καλύτερη επιτέλεση των επιμέρους λειτουργιών του, η αρχαία πολιτεία υπήρξε η προτύπωση της εκκλησιαστικής πολιτείας, για την οποία επίσης πρότυπο αποτελεί η σχέση των προσώπων της μίας και συγχρόνως τριαδικής Θεότητος (Πατήρ – Υιός – Αγιο Πνεύμα), βάσει της οποίας έχουμε τα τρία λειτουργήματα του Χριστού (αρχιερατικό – προφητικό – βασιλικό), τις τρείς λειτουργίες (πνευματική-μορφωτική-κοινωνική) της Εκκλησίας, ως σώματος Χριστού, και τις τρεις διακονίες της κοινωνίας-πολιτείας (πνευματική- εκπαιδευτική-κοινωνικοπολιτική). Συνακόλουθα, μπορεί κανείς να αναφέρει τις τρεις λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής (λογική- συναισθηματική-βουλητική), τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των τριών μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας κ.ο.κ.

Η ενότητα, μάλιστα, αυτή των τριών διακονιών συμπεραίνεται από το γεγονός ότι ανέκαθεν στα χωριά της πατρίδος μας το σχολείο, η Εκκλησία και τα γραφεία της κοινότητος ευρίσκονται συνήθως στον ίδιο η σε παρακείμενους χώρους. Ανάμεσα στις δύο πολιτείες (αρχαιοελληνική και εκκλησιαστική), εξάλλου, δεν υπάρχει μόνον εξωτερική σχέση, σχέση ονομάτων, τα οποία η εκκλησιαστική κοινότητα τα δανείστηκε αυτούσια από την αρχαιοελληνική πρακτική («εκκλησία», «διακονία», «αντιλήψεις», «κυβερνήσεις», «πρεσβύτερος», «απόστολος», «ευαγγελιστής», «ορφανοτρόφος», «κουροτρόφος» κ.λπ.) αλλά κυρίως σχέση βαθύτερη, ουσιαστική.

Αυτή η βαθύτερη σχέση γίνεται κατανοητή από τη δημοκρατική διαδικασία, που εφαρμόστηκε στην αρχαία πολιτεία μέσω θεσμών, όπως λ.χ. τα θεωρικά, οι «λειτουργίες», οι κληρωτοί άρχοντες, οι λαϊκοί δικαστές, την οποία διαδικασία ακολούθησε και η εκκλησιαστική κοινότητα, με χαρακτηριστικώτερο παράδειγμα την δημοκρατική εκλογή των επτά διακόνων (Πράξεις ΣΤ’, 1-7), των ανθρώπων δηλ. εκείνων που θα ασχολούντο με την «διακονία των τραπεζών», την καθαρά δηλ. κοινωνική διακονία (οι άλλες δύο ήταν η «προσευχή»,  η πνευματική διακονία, και «η διακονία του λόγου», η μορφωτική διακονία, πρβ. Πράξ. ΣΤ’ 4).

Η ίδια επίσης δημοκρατική πρακτική εφαρμόστηκε από έναν Ρωμαίο μάλιστα μονάρχη, τον Μ. Κωνσταντίνο, κατά την προεδρία του στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο («κρατείτω η των πλειόνων ψήφος», Στ’ Κανών). Γίνεται επομένως φανερό ότι η αρχαία κοινότητα ως πρότυπο για την οργάνωση όχι μόνον της εκκλησιαστικής κοινότητας αλλά και όλων των μετέπειτα κοινοτικών μορφών (χωρία–κοινότητες στο Βυζάντιο, κοινότητες στην Τουρκοκρατία, σημερινά μοναστήρια) λειτούργησε και λειτουργεί, παρά την κατάργηση του θεσμού των κοινοτήτων από το επίσημο κράτος, ως συνεκτικός κρίκος τόσο για τα επιμέρους πρόσωπα όσο για ολόκληρη την κοινωνία προς σωτηρία του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας από τους πάσης φύσεως εχθρούς των.

Είναι, ως εκ τούτου, κατανοητό ότι η μόνη διέξοδος για το ξεπέρασμα και της σύγχρονης πολύπλευρης κρίσεως είναι η αναβίωση του θεσμού των κοινοτήτων, ξεκινώντας από την δημιουργία μικρών τοπικών πυρήνων, όπου θα εφαρμόζεται το πνεύμα των πρώτων αποστολικών κοινοτήτων, το πνεύμα δηλ. της αγάπης, της αλληλεγγύης, της κοινότητος των αγαθών και της κατανομής των αναλόγως των αναγκών των επιμέρους προσώπων (Πράξ, Β’ 44-45, Δ’ 32).

 

Φ. Γ.

 

Please follow and like us:
Facebook0
Facebook
Google+
Google+
https://pagoinia.gr/i-arxaia-polis-kratos-os-protipo-tis-ekklisiastikis-politeias/
Instagram
YouTube
Follow by Email