Κωνσταντινιάδου Σοφίας
Δασκάλας

Η παλαιά οικογένεια παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, ήταν μια ευλογημένη και ευτυχισμένη οικογένεια, συνήθως πολύτεκνη και ζούσε στο μικρό σπιτάκι, που το έχτιζαν μόνοι τους, με τη βοήθεια συγγενών, φίλων και γειτόνων. Ο πατέρας, που ήταν το στήριγμα όλων, η μάνα και τα παιδιά αποτελούσαν την οικογένεια.

Σε πολλές περιπτώσεις ζούσαν μαζί ο παππούς και η γιαγιά στο πατρικό σπίτι. Μα και αν δε ζούσαν μαζί, γύρω τριγύρω όλοι περνούσαν τη ζωή τους βοηθώντας οι γονείς τα παιδιά και τα εγγόνια κι εκείνα πάλι πρόσφεραν την αγάπη τους και τη βοήθειά τους στους γονείς, όσο ζούσαν και πάντα στις γιορτές, στις χαρές και στις λύπες κάθονταν στο οικογενειακό τραπέζι ν’ απολαύσουν την οικογενειακή θαλπωρή, τις νοστιμιές που ετοίμαζαν χρυσοχέρες κόρες και νύφες, μαζί με τις μανάδες, τις γιαγιάδες και τις θείες, ενώ από κοντά βοηθούσαν και τα εγγόνια με τον δικό τους τρόπο.

Απλά και ταπεινά τα σπίτια τους, τα έχτιζαν μόνοι τους με υλικά του τόπου τους: πέτρες για τα ντουβάρια, χώμα και ασβέστη για τα μυστρίσματα, δοκάρια από κορμούς δέντρων και καλάμια για την καλαμωτή της στέγης του σπιτιού.

«Σπιτάκι όσο χωρείς και χωράφι όσο μπορείς», έλεγε η παροιμία.

Η Σαρακοστή είχε δουλειά και Εκκλησία. Οι χαιρετισμοί και τα απόδειπνα με το «Δυνάμεων» και τις μετάνοιες, προετοίμαζαν για τη Μεγάλη Εβδομάδα και τη Λαμπρή. Βάγια και νάπες, Εσταυρωμένος και Επιτάφιος, Ανάσταση με λαμπάδες, κόκκινα αυγά, κουλούρια και Χριστός Ανέστη σαράντα μέρες.

Πάντα με κάτι διαφορετικό ο κύκλος του χρόνου έκλινε με την πιο όμορφη εποχή: το καλοκαίρι, θέρος, αλώνισμα, σώριασμα και ο καρπός στο σπίτι και ακολουθούν τα καλοκαιρινά και τα μποστάνια, με όλα τα καλά του Θεού, άφθονα, δροσερά και νόστιμα παρμένα μέσα από τα χωράφια, που τα χέρια των ανθρώπων καλλιέργησαν και έκοψαν όταν το καθένα ωρίμαζε: κατακόκκινες ντομάτες, νόστιμα πράσινα φασολάκια και τρυφερά κολοκυθάκια, μυρωδάτα πεπόνια και τραγανά καρπούζια, αλλά και ολόγλυκα σύκα και σταφύλια όλων των ειδών.

Και όταν ο Αύγουστος έφτανε στην τελευταία μέρα του, άναβαν στις γειτονιές φωτιές καίγοντας τις ξερές σησαμιές και όλα τα άχρηστα από τα χωράφια και αποχαιρετούσαν το καλοκαίρι πηδώντας τη φωτιά, για να μην κρυώνουν το χειμώνα λέγοντας δυνατά:

«Περνά- περνά ο Αύγουστος με τα συκοστάφυλά του» κι έχτιζαν το σπιτικό τους με τη στέρνα του για το νερό, την αυλή με τα λουλούδια, τη μάντρα για τα ζώα, το παράσπιτο για τις χοντρές δουλειές, με το τζάκι, που άναβαν ξύλα και κάρβουνα για το μαγείρεμα, με το φούρνο για το ψήσιμο των ψωμιών και τη χαβούζα για την μπουγάδα και το πλύσιμο των ρούχων και το περβολάκι για τα μαρούλια, το σπανάκι, τα κουκιά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια και τη λεμονιά για τα λεμόνια.

Το σπίτι είχε την κουζίνα του για το φαγητό και το ζυμωτό, την κάμαρα για τον ύπνο και τη σάλα για τις καλές μέρες, τις γιορτές και τις επισκέψεις της. Ότι ήταν απαραίτητο για τη ζωή της οικογένειας υπήρχε εκεί και τα στρωσίδια και τα στολίδια, όλα ήταν έργα των χεριών τους.

Ζωντανή κυψέλη το κάθε σπιτικό, όπου όλοι μικροί και μεγάλοι εργάζονταν με χαρά για την οικογένεια. Οι άντρες έκαναν τις εξωτερικές δουλειές, καλλιεργούσαν τα χωράφια τους, τα αμπέλια τους, τα λιόφυτά τους, μάζευαν ξύλα και κλαδιά για το τζάκι και τον φούρνο, φρόντιζαν τα ζώα και ό,τι άλλο χρειαζόταν για τη ζωή τους.

Οι γυναίκες στο σπίτι φρόντιζαν τα παιδιά, ετοίμαζαν το φαγητό, έκαναν ρόκα, έμπλεκαν με τη σβίγα, έκαναν τις κλωστές με το μπαμπάκι, ύφαιναν στον αργαλειό όλα τα πανιά που χρειαζόταν για τα ρούχα τους και τα στρωσίδια τους, μπαμπακερά και μάλλινα, έραβαν, κεντούσαν, φρόντιζαν το νοικοκυριό τους κι όπου χρειαζόταν βοηθούσαν και τους άντρες τους.

Τα παιδιά από μικρά μάθαιναν στη δουλειά. Τα αγόρια κοντά στον πατέρα και τον παππού. Τα κορίτσια κοντά στη γιαγιά και στη μάνα. Το σχολείο σχολείο και η δουλειά, δουλειά. Κι ότι δεν πρόφταιναν τη μέρα, υπήρχε και το νυχτέρι.

Οι αποσπερνές είχανε ξεχωριστή ομορφιά και χάρη. Μαζεμένη όλη η οικογένεια στο σπίτι με τη λάμπα και τον λύχνο, με το μαγκάλι στη μέση για να ζεσταίνονται, όλοι δούλευαν με κέφι, λέγοντας και παραμύθια και αινίγματα και παροιμίες και τρώγοντας σταφίδες, στραγάλια και ξερά σύκα, εργάζονταν όλοι.

Οι άντρες άλεθαν τον καφέ στο μύλο του καφέ, μπάλωναν τσουβάλια, καθάριζαν ελιές από τα φύλλα. Οι γυναίκες έκαναν ρόκα, έκοβαν κουρέλια για να υφάνουν κουρελούδες, έμπλεκαν μάλλινα για τον χειμώνα και δαντέλες για την προίκα των κοριτσιών, ενώ τα παιδιά αποτελείωναν τα γραψίματά τους.

Το φθινόπωρο τρυγούσαν τα αμπέλια τους, πατούσαν τα σταφύλια στα πατητήρια και γέμιζαν τα βαρέλια μούστο, για να έχουν όλο το χρόνο να πίνουν κρασί, έκαναν σταφίδες, μουσταλευριά, πετιμέζι και γλυκά του κουταλιού με σταφύλι, κυδώνι, μελιτζανάκι, αχλάδι και φλούδα καρπουζιού, για τα κεράσματα.

Αργότερα καθάριζαν τα δωμάτια και τα κανάλια, για να γεμίσουν τις στέρνες τους με το νερό της βροχής. Τον Οκτώβρη ζευγάριζαν τα χωράφια τους, έσπερναν το σιτάρι και το κριθάρι, για να έχουν ψωμί να τρώνε και φύτευαν πατάτες, κρεμμύδια και σκόρδα, μαρούλια, κουκιά, σπανάκι και ό,τι άλλο χρειαζόταν για το καθημερινό τους φαγητό.

Το Νοέμβρη μάζευαν τις ελιές για να βγάλουν το λάδι τους. Το χειμώνα γεννούσαν οι κατσίκες τους, το φρέσκο γάλα το απολάμβαναν όλοι και τα παιδιά χαίρονταν παίζοντας και ταΐζοντας με δροσερό χορταράκι τα μικρά κατσικάκια, που τόσο τα αγαπούσαν.

Οι γιορτές των Χριστουγέννων ξεσήκωναν όλη την οικογένεια με τις σχετικές προετοιμασίες. Ασπρίσματα, συγυρίσματα άλλαζαν την όψη των σπιτιών. Όλα καθαρά, περιποιημένα, στολισμένα γιορτινά, για να χαρούν όλοι τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης.

Μοσχοβολούσε ο τόπος από τα γλυκά τα σπιτικά αυτών των ημερών: κουραμπιέδες, μακαρόνες και μελομακάρονα, ξεροτήγανα και αυγοκαλάμαρα, χριστόψωμα και πίτες και την Πρωτοχρονιά τη Βασιλόπιτα με το φλουρί.

Μετά τις γιορτές ερχόταν οι απόκριες με τα δικά τους. Συγγενείς και φίλοι πότε στο ένα και πότε στο άλλο, απόκρευαν· απολαμβάνοντας μαζί με τη χαρά της συντροφιάς και όλα όσα ετοίμαζαν όλοι, για το κοινό τραπέζι· κι έφταναν μακαρόνια του χεριού και μερμιτζέλια, λαζάνια σκορδαλιά, λουκάνικα και μαθιές γεμιστές και άφθονα πιταράκια τυρένια με μπόλικο κρεμμύδι, μανουρέντα με δυόσμο και μυζηθρένια με φρέσκια μυζήθρα ανάλατη, αυγά  και μέλι. Έτρωγαν αγαπημένοι, έπιναν το δικό τους το κρασί και έκαναν κέφι και τραγουδούσαν και εύχονταν «και του χρόνου».

Νοσταλγία!

Please follow and like us:
Facebook
Facebook
Google+
Google+
https://pagoinia.gr/sigrotisi-tis-palaias-oikogeneias-asxolia-kai-tropos-zois/
Instagram
Follow by Email